Πώς ο Σουφλιάς διέσωσε τη ΝΔ στην πτώχευση
Την ημέρα που ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίστηκε από το Καστελλόριζο για να ανακοινώσει τη χρεοκοπία της Ελλάδας, η χώρα πάγωσε – αν και όχι όλη· πολλοί ήταν εκείνοι που δεν συνειδητοποιούσαν, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τι πραγματικά άκουγαν από το στόμα τού μόλις εκλεγμένου πρωθυπουργού και δη με τη διαβόητη ρήση «λεφτά υπάρχουνε».
Κάποιοι όμως, λίγοι, δεν περίμεναν τον Παπανδρέου: ήξεραν καλά τι ερχόταν. Κι όχι απλώς προειδοποιούσαν, όχι μόνον φώναζαν, αλλά στην κυριολεξία έσκουζαν γι’ αυτό – και από πολύ νωρίς. Κι αυτοί οι «κάποιοι» άκουγαν στο όνομα Γιώργος Σουφλιάς: ο σαρακατσάνος πολιτικός που έφυγε προχθές από τη ζωή.
Τουλάχιστον δύο χρόνια πριν από την καταστροφή, ο Σουφλιάς είχε διαρκείς επαναλαμβανόμενες και οξύτατες συγκρούσεις με τον σκληρό πυρήνα της κυβέρνησης Καραμανλή, ιδίως στις μυστικές, πολύ κλειστές συνεδριάσεις στην οδό Κυριακού, όπου δεν τους άφηνε σε χλωρό κλαρί για το δημοσιονομικό χάος στο οποίο είχε περιέλθει η χώρα και τις με μαθηματική ακρίβεια επερχόμενες συνέπειές του.
Γιατί κακά τα ψέματα, ο Παπανδρέου, αναμφίβολα υπήρξε, και σε πλήθος πεδία, ένας τραγικός πρωθυπουργός για την Ελλάδα. Ομως η χρεοκοπία απαίτησε χρόνια δημοσιονομικής ασυδοσίας, αδιαφορίας, πραγματικής αφασίας. Οταν πια η καταστροφή βρισκόταν επί θύραις και, παράλληλα, ο Παπανδρέου φώναζε συνεχώς «εκλογές» και… «θα τα πούμε στις κάλτσες», ο Σουφλιάς ήταν ο εισηγητής και μοναδικός υπερασπιστής της πολιτικής που ουδόλως άρεσε στον τότε πρωθυπουργό: να αποδεχθεί την πρόκληση και να πάει σε εκλογές.
Η αντίδραση που συνάντησε ήταν μαζική. Εν τέλει, έγινε κάποτε ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο για υπονόμευση, μα για τη μοναδική, και πολιτικά ιδιοφυή, σανίδα σωτηρίας: τόσο της υστεροφημίας του τότε πρωθυπουργού, όσο και για την επιβίωση της ΝΔ. Επειδή ο Παπανδρέου, εν τη αφελή μανία του, εκείνο που ουσιαστικά ζητούσε ήταν να του σκάσει η πτώχευση στα χέρια. Ελέω Σουφλιά, πήρε αυτό που ήθελε. Και η ΝΔ γλίτωσε στο παρά ένα τη μοίρα του ΠΑΣΟΚ.
Πολλοί έσπευσαν να αποχαιρετήσουν θερμά τον Γιώργο Σουφλιά κατά τους συνήθεις συμβατικούς τρόπους. Ομως εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα: αν κάτι έκανε τον Σουφλιά να είναι αυτός που είναι, ήταν ακριβώς ότι δεν υπήρξε συνηθισμένος, συμβατικός, όσο ψηλά κι αν μετρήσει κανείς. Μπορεί σε άλλους να άρεσε και σε άλλους όχι, όμως ουδέποτε υπήρξε ένας από τους πολλούς.
Ετσι, όσο τιμητικά και γεμάτα σεβασμό και αν είναι περίπου όλα όσα ειπώθηκαν μετά τον θάνατό του, τελικά, δεν είναι εκείνα που θα έπρεπε για να τον τιμήσουν αληθινά, γνήσια, για αυτό που ήταν.
Ομως αυτό που ήταν δεν είναι τόσο σίγουρο ότι ήταν πραγματικά ευχάριστο για όλους. Επειδή ο Σουφλιάς είχε κάτι που ενώ θα έπρεπε να είναι το θεμελιώδες αυτονόητο κάθε πολιτικού, είναι πλέον ό,τι σπανιότερο στην πολιτική: είχε ισχυρές πεποιθήσεις. Και τις υπερασπιζόταν έναντι πάντων, χωρίς να τις κάνει βολικές για να φτιάξει σκαλοπάτια για τον ίδιο. Ουδείς του άλλαζε γνώμη, τίποτα δεν υπολόγιζε όταν πίστευε ότι κάτι ήταν ορθό και έπρεπε να γίνει.
Γι’ αυτό και προχθές δεν έφυγε μόνον ο ίδιος. Μαζί του φεύγει κι ένα είδος πολιτικού – ένας έχει μείνει, άντε δύο το πολύ. Είδος πεισματάρικο, έτσι κι αλλιώς εντελώς ασύμβατο με τη βαθιά παρακμή αυτού του τόπου, που ουδείς μπορεί πια να αναστρέψει. Και που δεν χωράει ανθρώπους που δεν σκύβουν όλη την ώρα το κεφάλι «εκεί που πρέπει».