Το Brexit ως… εθνική μετάνοια
Είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο της Βρετανίας εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια – από τον Ιούλιο του 2016, όταν διεξήχθη το πιο διάσημο και πιθανώς πιο επιδραστικό δημοψήφισμα στη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης. Το Brexit, η πράξη που – κατά τους εμπνευστές της – απελευθέρωσε τη χώρα από τα «δεσμά» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά παράλληλα έπληξε καίρια την οικονομία της και την κοινωνική της συνοχή και θυσίασε στον βωμό της πέντε πρωθυπουργούς (και ο έκτος ετοιμάζεται….), έπαψε πλέον να αποτελεί ταμπού και αρθρώνεται ξανά στον δημόσιο λόγο της Γηραιάς Αλβιώνος.
Το ένα μετά το άλλο, υψηλόβαθμα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος – από τον δήμαρχο Λονδίνου Σαντίκ Καν, έως τον τέως υπουργό Υγείας (και βασικό διεκδικητή της πρωθυπουργίας) Ουές Στρίτινγκ – αποκαλούν δημοσίως το Brexit «καταστροφή» και υποδεικνύουν την επανένταξη στην ΕΕ ως τη μόνη βιώσιμη λύση για το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου.
Θα μπορούσε η Βρετανία να γίνει και πάλι δεκτή στην ευρωπαϊκή οικογένεια και η ΕΕ να ξαναγίνει μπλοκ των 28; Οι Βρετανοί το θέλουν: στην τελευταία δημοσκόπηση της YouGov, το 55% των ψηφοφόρων δήλωσε ότι θα επέλεγε το Remain σε ένα νέο δημοψήφισμα, ενώ μόνο το 33% θα ψήφιζε Leave. Σύμφωνα δε με άλλη έρευνα, το 58% θεωρεί λάθος την αποχώρηση από την ΕΕ, έναντι μόλις 30% που επιμένει ότι ήταν η σωστή απόφαση. Η πραγματικότητα είναι, όμως, ότι μια πλήρης επανένταξη στο ευρωμπλόκ δεν είναι εφικτή ούτε βραχυπρόθεσμα, ούτε μεσοπρόθεσμα. Θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να γίνει πράξη έπειτα από πολλά χρόνια. «Δεν νομίζω ότι οι συνθήκες είναι ώριμες για να συζητάμε το ενδεχόμενο πλήρους επανεισδοχής του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ», είπε στα «ΝΕΑ» ευρωπαϊκή διπλωματική πηγή. «Αν στο μέλλον η Βρετανία θελήσει να επανενταχθεί στην τελωνειακή ένωση ή την ενιαία αγορά, είμαστε πρόθυμοι να το συζητήσουμε.
Επί του παρόντος, όμως, δεν υφίσταται τέτοια πρόθεση», πρόσθεσε, επισημαίνοντας ότι το ενδεχόμενο επιστροφής στην ΕΕ φαντάζει ακόμη πιο δύσκολο αν στην εξίσωση προστεθεί ο Νάιτζελ Φάρατζ, το Κόμμα Μεταρρύθμισης του οποίου ενδέχεται να γίνει κυβέρνηση. «Φανταστείτε να ανοίγαμε ενταξιακές διαπραγματεύσεις ενώ υπάρχει η προοπτική να γίνει ο Φάρατζ πρωθυπουργός και να τις διακόψει. Δεν θα παίζουμε παιχνίδια με το “μπες-βγες” της Βρετανίας», τόνισε η ίδια πηγή.
Οπως είπε στα «ΝΕΑ» ο Ντέιβιντ Χένιγκ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας (ECIPE) στη Βρετανία, «οι συζητήσεις περί επιστροφής στην ΕΕ αποδεικνύουν ότι η βρετανική πολιτική τάξη συνειδητοποιεί όλο και πιο βαθιά ότι, ως τρίτη χώρα, δεν μπορεί να επιτύχει καμία ειδική συμφωνία. Αυτή η όψιμη συνειδητοποίηση σημαίνει ότι εάν επιλεγεί οποιοδήποτε μοντέλο που θα βρίσκεται μεταξύ της υπάρχουσας εμπορικής συμφωνίας και της πλήρους ένταξης, θα έχει υψηλότερο κόστος (υιοθέτηση επιπλέον κανόνων) σε σύγκριση με τα οφέλη που θα προσφέρει». Είναι αλήθεια, συνέχισε ο Χένιγκ, ότι «οι απειλές του Τραμπ εναντίον των συμμάχων των ΗΠΑ έχουν ενισχύσει το ευρωπαϊκό αίσθημα στη Βρετανία, ενώ η ανάγκη για οικονομική ανάπτυξη είναι προφανής».
Ωστόσο, δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση. «Το βρετανικό πολιτικό σκηνικό παραμένει βαθιά διχασμένο: οι Εργατικοί, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες και οι Πράσινοι υποστηρίζουν μια στενότερη σχέση με την ΕΕ, ενώ οι Συντηρητικοί και το Κόμμα Μεταρρύθμισης αντιτίθενται σθεναρά. Οι αναμνήσεις από το χάος της περιόδου του Brexit είναι ακόμη νωπές. Αυτοί είναι οι παράγοντες που εμποδίζουν την αλλαγή. Μόνον όταν οι πολιτικοί πουν ανοικτά και με πειστικό τρόπο στον λαό τι πρέπει να αλλάξει θα ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια», τόνισε ο Χένιγκ, ο οποίος έχει διατελέσει αναπληρωτής διευθυντής Εμπορικής Πολιτικής στο βρετανικό υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου.
Σε κάθε περίπτωση, το Brexit δεν μπορεί να «ακυρωθεί». Η Βρετανία θα έπρεπε να υποβάλει αίτηση για να γίνει εκ νέου μέλος στην ΕΕ, πιθανότατα έπειτα από νέο δημοψήφισμα. Είναι δε απίθανο να της παραχωρηθεί το ειδικό καθεστώς του παρελθόντος και δη το περίφημο «ριμπέιτ», ο μηχανισμός που είχε εξασφαλίσει η Θάτσερ για τη μείωση της βρετανικής συνεισφοράς στον κοινοτικό προϋπολογισμό κατά 66%. Επιπροσθέτως, θα μπορούσε να υποχρεωθεί να υιοθετήσει το ευρώ και να ενταχθεί στη ζώνη του Σένγκεν. Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν, πάντως, πιο πιθανή μια μελλοντική συμφωνία τύπου Ελβετίας (πρόσβαση στην ενιαία αγορά σε ορισμένους τομείς) ή τύπου Νορβηγίας (συμμετοχή στην ενιαία αγορά μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου), μοντέλα που, μέχρι στιγμής, απορρίπτονται διότι προϋποθέτουν την αποδοχή της ελεύθερης μετακίνησης.