Ο Εμμανουέλ Ντεϊντέ για τη Βάνα Ξένου
Ο Εμμανουέλ Ντεϊντέ είναι μια από τις ιδιαίτερες φωνές της σύγχρονης τέχνης — όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά διεθνώς. Θεωρητικός με βαθιά γνώση, εικαστική ευαισθησία και λόγο που δεν αναλύει αλλά συναισθάνεται. Κείμενα που διαβάζονται σαν εσωτερικά ημερολόγια, σαν στοχασμοί πάνω στο άρρητο της τέχνης.
Πόσο βαθιά όμως μπορεί να δει ένας θεωρητικός; Τι συμβαίνει όταν η σκέψη δεν επιδιώκει την ερμηνεία, αλλά την επαφή; Ο Ντεϊντέ πλησίασε το έργο της Βάνας Ξένου όχι ως κριτής, αλλά ως συνοδοιπόρος. Δεν ζήτησε εξηγήσεις. Άφησε τις μορφές να τον οδηγήσουν. Τα κείμενά του —ποιητικά, λεπτομερή, ποτισμένα από τον μύθο και την ύλη— δεν επιβάλλονται. Στέκουν δίπλα στο έργο, σιωπηλά. Συντονισμένα.
Έχει σημασία αυτή η προσέγγιση τώρα ενόψει της έκθεσης της Βάνας Ξένου στην Ελευσίνα, 21 χρόνια μετά την παρουσία της στον Κρόνο (2004). Η δράση «Μυστήριο 15: Το ανοιχτό Μνημείο. Γιατί η Ελευσίνα σήμερα; Από τη Μελαγχολία στο Όραμα», σε επιμέλεια του Τάκη Μαυρωτά, παρουσιάζεται στην εκπνοή της 2023 Ελευσίς Πολιτιστική Πρωτεύουσα. Δεν είναι απλώς μια αναδρομική. Είναι μια πρόταση για το πώς να ξαναδούμε την Ελευσίνα — ένα τραυματισμένο ιερό — ως ανοιχτό μουσείο. Ένα πεδίο μετάβασης. Έναν χώρο όπου μνήμη, σώμα και γη συντονίζονται. Όπως λέει κι ο Ντεϊντέ: «Πώς μπορεί κανείς να αντέξει αυτό το τεράστιο βάρος του αρχαίου ελληνικού παρελθόντος, χωρίς να το αισθανθεί σαν ένα συντριπτικό φορτίο που εμποδίζει κάθε πραγματική δημιουργία;»
Έργα γεννημένα από τριαντάχρονη μελέτη, που κουβαλούν μνήμες από την παιδική της ηλικία και τον βιομηχανικό χώρο του πατέρα της. Έργα που παρουσιάστηκαν σε χώρους όπως το παρεκκλήσι της Σαλπετριέρ στο Παρίσι. Ο Ντεϊντέ μας προσκαλεί να συν-κινηθούμε. Γιατί υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν αναπαριστούν τον κόσμο, αλλά τον επανατοποθετούν μέσα μας. Η Βάνα Ξένου είναι μια τέτοια περίπτωση. Δεν περιγράφει. Υπαινίσσεται. Δεν διακηρύσσει. Μυεί.
Ελευσίνα: Πορεία από το σκοτάδι στο φως
Στην Ελευσίνα, η έκθεση ξανανοίγει το αρχαίο ρήγμα, εκεί όπου κάποτε κυλούσε το νόημα του κόσμου. Ο σπόρος πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί. Η Ξένου λέει πως εργάζεται «μέσα στη σκιά», κι όμως, από αυτή αναδύονται μορφές που ακτινοβολούν. Δεν είναι εικόνες. Είναι ενέργεια που σε αγγίζει — και σε μεταμορφώνει.
Ο Ντεϊντέ γράφει: «Το έργο της μοιάζει με γλυπτική για τυφλούς, φτιαγμένη για όσους βλέπουν». Και συνεχίζει: «Η τέχνη της δεν μιλά για τον μύθο, τον κάνει ύλη, μορφή, αναπνοή». Ό,τι δημιουργεί η Ξένου δεν προορίζεται μόνο για τα μάτια. Το αισθάνεσαι με τη ράχη της συνείδησης. Διαβαίνεις τη γέφυρα ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο. Εκεί όπου το ιερό είναι ουσία. Όχι ιδέα. Εκεί όπου η μύηση δεν είναι σύμβολο — είναι εμπειρία.
Η Ξένου δεν μιμείται την αρχαιότητα. Την ενσωματώνει όπως το σώμα ενσωματώνει τον παλμό της καρδιάς: χωρίς εξήγηση.
Το έργο ως τελετή και ανάκτηση
Η ελληνικότητα δεν δηλώνεται στο έργο της. Αναβλύζει. Η Περσεφόνη, ο Άξονας του Κόσμου, ο Σκοτεινός Σπόρος δεν εμφανίζονται ως θεματολογία, αλλά ως φυσικές καταστάσεις της ύλης. Χώμα, πηλός, μπρούντζος. Δεν μεταφέρουν ιδέες. Μεταφέρουν μνήμες. Δονούνται εσωτερικά.
Πολλές φορές, μπροστά στα έργα της, νιώθεις πως αν αφαιρέσεις τις λέξεις, η ψυχή τους παραμένει. Και αν πλησιάσεις, δεν βλέπεις. Μετατοπίζεσαι. Όπως στις τελετές — τότε.
Ο Ντεϊντέ βλέπει στη Βάνα Ξένου μια δημιουργό που, όπως και οι κοινωνίες μετά τη λεηλασία, δεν ανασυστήνει ό,τι χάθηκε. Δίνει νέο νόημα στην απώλεια. «Το έργο της χτίζεται πάνω σε ένα κενό· αλλά όχι για να το κλείσει. Για να το κατοικήσει». Γράφει ακόμη: «Η μορφή δεν απεικονίζει, αλλά αποκαλύπτει». Και: «Ο κόσμος δεν είναι απλώς ζωντανός· είναι ανοιχτός, μεταμορφώσιμος».
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, το σώμα δεν είναι αντικείμενο θέασης. Είναι φορέας μνήμης. Η Ξένου δεν αναπλάθει την αρχαιότητα. «Την αντιμετωπίζει ως βιωματική σχέση, ανάλογη με αυτή που μοιράζεται ένα παιδί με τη μητέρα του».
Αυτή ίσως είναι και η πιο ουσιαστική καλλιτεχνική χειρονομία σήμερα: να δουλεύεις με υλικά της γης. Να μη διεκδικείς τη στιγμή, αλλά τον χρόνο της σποράς. Την καλλιέργεια. Η Βάνα Ξένου δεν κλείνεται σε θεωρίες. Έχει μια σπάνια ικανότητα: να ακούει. Τον πηλό. Το σώμα. Τη σιωπή. Και να επιμένει, όπως έγραφε ο Αντρέ Ζιντ στην Περσεφόνη του: «Ο σπόρος πρέπει να συναινέσει να πεθάνει, για να γεννήσει χρυσές σοδειές για το μέλλον».
Ο λόγος του Ντεϊντέ δεν είναι εγκώμιο. Είναι διάλογος. Παρατηρεί και στοχάζεται. Γι’ αυτό και είναι πολύτιμος. Μας θυμίζει πως η τέχνη δεν είναι πάντα για να την κατανοήσεις. Μερικές φορές, αρκεί να την περπατήσεις. Σαν να μπαίνεις, βήμα το βήμα, σ’ έναν σκοτεινό ναό. Και κάπου εκεί, σε μια γωνιά που δεν φαίνεται, ίσως σε αγγίξει φευγαλέα το φως του πρώτου πρωινού του κόσμου.