Οι προσκυνήτριες
Η ώρα 5 και 20 το απόγευμα. Ο αέρας διαβαίνει με στροβίλους της τάξεως των οχτώ μποφόρ. Λες θα σηκώσει τα πάντα, βαριά και αβαρή αντικείμενα, δέντρα, πέργκολες, κιόσκια, κεραμίδια, αλλά και το σπίτι ολόκληρο. Να μας δρόσιζε τουλάχιστον. «Λίβας που καίει τα σπαρτά», όπως λέει και το εμβατήριο που μας επέβαλλαν να τραγουδάμε στις παρελάσεις των μαθητικών μας χρόνων. Κάτω η θάλασσα αφρίζει και τα πλεούμενα συγκρούονται σαν σε εμπόλεμη κατάσταση. Από το Δεύτερο Πρόγραμμα – το ραδιόφωνο ανοιχτό σε εικοσιτετράωρη βάση – ακούγεται η Σωτηρία Μπέλλου να τραγουδά «…τα καλοκαίρια μας μικρά, κι ατέλειωτοι χειμώνες….». Το εξοχικό σπίτι ολομόναχο, σαν ερημίτης στο πιο ψηλό σημείο εκτός πολίχνης. Μοναχικό, αλλά η μοναξιά εδώ έχει μια απαράμιλλη γοητεία. Κατά έναν παράξενο τρόπο σε θέτει σε αναμονή κάποιου ερχομού. Συνήθως είναι τα κοπάδια των προβάτων ή των άγριων κατσικιών και η έλευση των βοσκών που τα ψάχνουν για να τα σταβλίσουν. Είναι ο νεαρός ορνιθολόγος που έρχεται σε ένα ερειπωμένο σπίτι και παρατηρεί με τα κιάλια τα όρνια της Βελούτσας. Χρυσαετοί, γεράκια, κόρακες. Είναι οι πεινασμένες αλεπουδίτσες που κατεβαίνουν από το βουνό για να φάνε ό,τι τους αφήνουμε έξω από την αυλόπορτα. Αν είχαμε κοτούλες, σίγουρα θα είχαν πιο πλούσιο δείπνο.
Εκείνη τη μέρα όμως, εκείνου του έτους, εκείνου του λίβα, και της θερμοκρασίας των 40 βαθμών Κελσίου – το έτος δεν έχει καμιά σημασία – μπήκε στην καλοκαιρινή μας ραστώνη ένα έθιμο που πλέον τηρείται απαρέγκλιτα κάθε χρόνο την ίδια μέρα και ώρα. 25 Ιουλίου, παραμονή της Αγίας Παρασκευής. Εκεί που προσπαθούσα να πιάσω ένα ιπτάμενο σεντόνι βλέπω στον κοπιώδη ανηφορικό δρομίσκο που ξεκινάει από την πολίχνη και φτάνει μέσα από δύσβατες διαβάσεις στο εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής μια γυναικεία κουστωδία να ανεβαίνει. Ασθμαίνουσα, σκέφτηκα, επειδή ο καύσωνας δεν αστειευόταν. Δεν μπορούσα να υποθέσω πού πήγαιναν και γιατί ανέβαιναν έναν τέτοιο ξερό κατσικόδρομο. Σκιά στον δρόμο πουθενά παρά μόνο έξω από το σπίτι μας σε μια εσοχή του μαντρότοιχου που ο μακαρίτης ο πατέρας μου την ονόμαζε «Βελούχι» λόγω των ρευμάτων και της δροσιάς του. Ηταν που δεν εισχωρούσε εκεί ηλιόκαμα. Το μυαλό μου στροβίλισε στον ρυθμό του αέρα. Επρεπε να ανοίξω την πόρτα, να βάλω μαξιλάρια και να τους προσφέρω τη δροσιά του «βελουχιού» και την ξεκούραση που τους χρειαζόταν. Διότι δεν φαντάστηκα πως πήραν αυτόν τον κοπιώδη ανήφορο μόνο και μόνο για να δουν τη θέα από ψηλά, μια ώρα που δεν κάνεις αστεία με τη ζέστη. Οπως και να είχε, θα έκανα ό,τι έπρεπε για να τις ανακουφίσω. Στο σπίτι υπάρχει πάντα σπιτική λεμονάδα, καθώς οι λεμονιές μας είναι καρποφόρες. Στην κατάψυξη παγωτό γιαούρτι και ο ψύκτης είχε παγωμένο νερό. Υπολόγισα πόση ώρα ήθελαν ακόμη να φτάσουν και γέμισα τους μαστραπάδες. Κάλεσα την εφτάχρονη εγγονή μου να γίνει η σερβιτόρα. Αλλο που δεν ήθελε. Εβαλε έναν ιβίσκο κόκκινο στα μαλλιά και βγήκε στη ρούγα να περιμένει. Περιμέναμε άπαντες στην είσοδο. Και μόλις μας είδαν έβγαλαν φωνή αναστεναγμού. Βρήκαν μια όαση στο πουθενά.
Δεκαπέντε γυναίκες. Μικρές, μεγάλες, μεσαίες. Απτόητες. Ηταν προσκυνήτριες και θα έφταναν στο εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής στις 7 και 30 που θα άρχιζαν ο Εσπερινός και το έθιμο της αρτοκλασίας. Η μία εξ αυτών, η Πηνελόπη, φορούσε στα πόδια της μόνο ένα ζευγάρι κάλτσες και έτσι περπατώντας θα έφτανε στο προσκύνημα. Κάθισαν στην απλόχωρη ισκιάδα, δροσίστηκαν, μιλήσαμε, χαρήκαμε. Τις ρώτησα γιατί το κάνουν, είπα τα δικά μου επιχειρήματα, πως μπορεί να πάθουν θερμοπληξία ή καρδιακή προσβολή, πως είναι επικίνδυνο να προχωρήσουν μέσα από έναν ακανθώνα όπου εκτός από τις αιχμές των ακανθών καραδοκούν και οχιές, τίποτα δεν τις πτοούσε. Η Πηνελόπη είπε ότι κάνει τη διαδρομή φορώντας μόνο τις κάλτσες επί είκοσι πέντε χρόνια και ποτέ δεν πάτησε ούτε μια φορά αγκάθι. Εκείνο το καλοκαίρι συνειδητοποίησα τι σημαίνει πίστη του απλού ανθρώπου. Και είπα στον εαυτό μου πως δεν έχω το δικαίωμα να λοιδορώ ούτε καν να κρίνω αυτή τη φλόγα που μπορεί να είναι φαντασιακή αλλά ενδυναμώνει και στυλώνει τον αδύναμο άνθρωπο μπροστά στα δύσκολα της ζωής του.
Η μικρούλα – τότε – Φοίβη, η εγγονή μου, είναι πια δεκαπέντε. Από κείνο το καλοκαίρι ήρθαν στη ζωή ακόμα τρία εγγόνια. Και κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, μαζί με όλους ρωτούν: Τι ώρα θα περάσουν οι γυναίκες; Και βγαίνουν στην πόρτα να σερβίρουν παγωμένη λεμονάδα. Με τα χρόνια η σύσταση των γυναικών – πάντα γυναίκες – αλλάζει. Αλλες κουράζονται και αποχωρούν, λιγοστεύουν ή πληθαίνουν, αναλόγως με τα κέφια και τις καταστάσεις της ζωής. Ομως μέχρι και φέτος η Πηνελόπη παραμένει η κορυφαία του αρχαϊκού και σύγχρονου χορού.
Συνειδητά τα καλοκαίρια δεν κάνω τις συνήθεις διακοπές, μες του Αιγαίου τα νησιά ούτε στου Ιονίου. Αν και από το σπίτι βλέπω την Ιθάκη να προβάλλει αχνίζουσα στο ρόδινο της αυγής και στο πορφυρό του δειλινού.
Το τελευταίο μυθιστόρημα της Ελένης Πριοβόλου «Βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή» κυκλοφορεί από τις εκδ. Καστανιώτη.