Ας μιλήσουμε για τον καιρό
Συνήθως το μαθαίνουμε πριν έρθει. Διαβάζουμε, ακούμε πως έρχεται, θα έρθει, φτάνει. Το πρωί της ημέρας που περιμένουμε την άνοδο της θερμοκρασίας ή έναν προαναγγελθέντα καύσωνα, νιώθουμε μια πνιγηρή ανάσα. Ακόμα κι αν ύστερα από λίγο οι ειδικοί παραδεχθούν ότι έπεσαν έξω – συμβαίνει κι αυτό. Η κλιματική κρίση μπερδεύει πλέον συχνά τις προβλέψεις, βγάζει εκτός τα μοντέλα. Η δύναμη της αυθυποβολής είναι μεγάλη.
Συζητάμε για τη ζέστη με τη γειτόνισσα, τον συνάδελφο, την ταμία του σουπερμάρκετ, τον οδηγό του ταξί. Ξεχνάμε πως το πιο φυσιολογικό είναι να ζεσταθούμε το καλοκαίρι. Γιατί η μνήμη έχει την ικανότητα να θυμάται τις ευχάριστες ή δυσάρεστες στιγμές, να «κρατάει» γεγονότα – όχι όμως και αισθήσεις. Ξεχνάμε ότι ζεσταθήκαμε και πέρυσι, και πριν από 5, από 10 χρόνια. Το φυσιολογικό μάς φαίνεται ανυπόφορο. Οπως δεν καταλαβαίνουμε την αλλαγή των εποχών σε μια πόλη σαν την Αθήνα, έτσι θέλουμε να ζούμε σε ένα κλουβί κάτω από σταθερή θερμοκρασία. Βιαζόμαστε να βρεθούμε σε μια τεχνητή ατμόσφαιρα και πατάμε το κουμπί στο τηλεχειριστήριο του αιρκοντίσιον. Τα λίγα λεπτά που εκθέτουμε τον εαυτό μας στις φυσιολογικές για την εποχή θερμοκρασίες, όταν κινούμαστε ανάμεσα σε κλιματιζόμενους χώρους, νιώθουμε σαν να μας βύθισε κάποιος σε καυτό νερό.
Το σοκ για τον οργανισμό είναι πολλαπλάσιο. Καταριόμαστε την κλιματική κρίση (που υπάρχει και μας απειλεί με δεκάδες τρόπους), μεταθέτουμε σε αυτήν τις ευθύνες για την ασφυξία που νιώθουμε και ταυτόχρονα, ανάβοντας ακόμα κι όταν δεν χρειάζεται το κλιματιστικό, βάζουμε κι εμείς ένα λιθαράκι για την ύπαρξή της. Υπερβολές; Ισως. Το πείραμα όμως στο οποίο υποβλήθηκα – άθελά μου – πριν από λίγες ημέρες αποδεικνύει πως δεν είναι: σε μέρες καύσωνα, δύο οικοδομικά τετράγωνα στη γειτονιά μου έμειναν χωρίς ρεύμα για 5 ώρες. Ανοιξα το παράθυρο περιμένοντας να μπει μέσα λίβας. Μπήκε μια ζέστη, μια φυσιολογική ζέστη για κάθε καλοκαιρινό απόγευμα στην Ελλάδα. Της έλειπε η καυτή ανάσα από τις δεκάδες μονάδες των κλιματιστικών.