Αναζητώντας τη μεγάλη μέθοδο
Συνηθίσαμε τόσο τη ρητορική της Ακροδεξιάς αλλά και μεγάλου μέρους του Κέντρου – εσχάτως κυρίως αυτού – για το πώς ο ευρωπαϊκός πολιτισμός κινδυνεύει από μια υποτιθέμενη «εισβολή» Αράβων, Αφρικανών και Μουσουλμάνων, που όχι μόνο παραβλέπουμε ότι η ιστορία της Ευρώπης δεν ήταν ποτέ μόνο χριστιανική ή «λευκή» και ότι το Ισλάμ αποτελεί τμήμα της ιστορίας της, αλλά και ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που συναποτελούν την «Ευρώπη» κατάγονται από περιοχές εκτός των τυπικών γεωγραφικών ορίων της ηπείρου και βρέθηκαν εδώ μέσα από κάποια από τις μετακινήσεις πληθυσμών που αποτελούν, στην πραγματικότητα, τον ιστορικό κανόνα και όχι την εξαίρεση.
Ποιο είναι το βίωμα και η εμπειρία αυτών των ανθρώπων, μοιρασμένων ανάμεσα σε διαφορετικές ταυτότητες, ιστορίες, τόπους, πολιτισμούς; Ανάμεσα σε χώρες στις οποίες τυπικά ανήκουν ως πολίτες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αντιμετωπίζονται πάντα έτσι, και χώρες στις οποίες αναφέρονται ως καταγωγή χωρίς, όμως, πραγματικά να ανήκουν ούτε εκεί. Ανάμεσα σε γλώσσες, σε ιδέες, σε κινήματα, σε μνήμες. Και με το Ισλάμ να αποτελεί συχνά, εκ των πραγμάτων, το κοινό σημείο αναφοράς, αλλά και το ανοιχτό ερώτημα για το τι σημαίνει. Δεν είναι τυχαία η απήχηση που έχει ο αγώνας της Παλαιστίνης για αυτούς τους ανθρώπους. Δεν είναι απλώς η απήχηση ενός μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, ούτε μόνο η οργή για μια γενοκτονία που είδαν να λαμβάνει χώρα σε πραγματικό χρόνο με την ανοιχτή υποστήριξη της «Δύσης». Είναι πρωτίστως πώς αντιπροσωπεύει στα μάτια τους τις αδικίες που υφίσταται ο Παγκόσμιος Νότος σε όλη την πολυμορφία του, και τη βαναυσότητα σε βάρος των ανθρώπων που αντιμετωπίζονται ως να μην έχουν καν το στοιχειώδες δικαίωμα στην πατρίδα, σε βάρος των λαών που μόνη προοπτική έχουν την εξορία και την προσφυγιά.
Το Ισλάμ στη Γαλλία
Αυτά τα ερωτήματα διαπερνούν το βιβλίο της Louisa Yousfi «La Grande méthode» (Η μεγάλη μέθοδος) που κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τις εκδόσεις La fabrique. Δημοσιογράφος και συγγραφέας η Γιουσφί, είναι από τις πιο γνωστές εκπροσώπους της αποαποικιακής οπτικής στη γαλλική δημόσια σφαίρα, ανήκοντας στο ρεύμα που αντιμετωπίζεται από μερίδα του γαλλικού Τύπου απαξιωτικά ως «ισλαμοαριστερισμός». Αν το προηγούμενο βιβλίο της, «Rester barbare», ήταν ένα σχόλιο για την αναπαραγωγή του ρατσισμού και τη διεκδίκηση μιας αποαποικιακής ταυτότητας, εδώ η Γιουσφί επιλέγει μια πιο μεγάλη και λογοτεχνική φόρμα. Το αφηγηματικό νήμα είναι μια τυπική εμπειρία των ανθρώπων που ζουν στη Γαλλία αλλά έχουν καταγωγή από την Αλγερία: την επιστροφή στην πατρίδα με αφορμή έναν θάνατο στην οικογένεια, όταν πρέπει να υλοποιηθεί ένα αίτημα ταφής στην πατρίδα, στη συγκεκριμένη περίπτωση του πατέρα της αφηγήτριας. Η αφετηρία αυτή δίνει την αφορμή για ένα ταξίδι, όχι μόνο προς έναν τόπο καταγωγής, αλλά και μια μεταφυσική αναμέτρηση με όλα τα ερωτήματα που αφορούν την ταυτότητα, το Ισλάμ, την Αλγερία. Με γραφή πολύμορφη, όπου συνυπάρχει το όνειρο μιας ελεύθερης Παλαιστίνης με τον θρύλο του μυθικού πουλιού Σιμούργκ και το ερώτημα μιας νέας συλλογικότητας.
Ο τίτλος του βιβλίου έρχεται από μια φράση του Μπρεχτ και το βιβλίο του «Με – Τι. Το βιβλίο των παρεμβάσεων στη ροή των πραγμάτων», αλλά μετασχηματίζεται από ένα ερώτημα για το τι μπορεί να είναι το Ισλάμ και η πίστη, σε ένα ερώτημα για το είδος της αφήγησης που συγκροτεί κοινότητες με συνοχή: «Αυτή η μεγάλη μέθοδος συνίσταται στο να σκέφτεσαι σαν προσκυνητής. Είναι μια τέχνη της κινούμενης πιστότητας, η ικανότητα να σκέφτεται κανείς με βάση τη χειρονομία και όχι την ιδέα. Διότι δεν υπάρχει αλήθεια χωρίς αφήγηση, δεν υπάρχει σοφία χωρίς παρέκβαση. Οι λαοί πεθαίνουν όταν σταματούν να αφηγούνται, οι πολιτισμοί εξαφανίζονται όταν πιστεύουν ότι έχουν φτάσει στο τέλος. Η μεγάλη μέθοδος τους αναζωογονεί: διδάσκει πώς να ξαναρχίσουν το ταξίδι, πότε να ξανανοίξουν τα βιβλία, γιατί να συνεχίσουν να μιλάνε. Η αλήθεια δεν αφήνεται ποτέ να παγώσει. Εισχωρεί στις αφηγήσεις, στις αντιφάσεις, στις φωνές που ανταποκρίνονται μεταξύ τους μέσα στους αιώνες. Ο κόσμος δεν χρειάζεται ορισμό, αλλά αφηγήσεις».
Το ιστορικό κόμμα
Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτό που βγαίνει είναι πρωτίστως η υπεράσπιση της πίστης. Περισσότερο είναι ένα αίτημα δικαιοσύνης διαχρονικό, που διαπερνά την ιστορία των λαών και των διεκδικήσεών τους, αυτό που σε κάποιο σημείο του βιβλίου περιγράφεται ως το «ιστορικό κόμμα»: «Αυτό το ρεύμα διατρέχει τις εποχές, περνά από τον έναν λαό στον άλλο, αλλάζει όνομα, κρύβεται, επανεμφανίζεται, λειτουργεί ως μνήμη του δίκαιου. Αυτό το ρεύμα το ονομάζω ιστορικό κόμμα. Το ιστορικό κόμμα δεν έχει ούτε σύμβολο ούτε ηγέτη: είναι η ίδια η πτήση του Σιμούργκ, η ατελείωτη μετανάστευση των συνειδήσεων προς την ενότητά τους. Ενσαρκώνεται διαδοχικά σε αγώνες, τραγούδια, ανώνυμες πράξεις και εξαφανίζεται μόλις παγώσει. Οι λαοί που βαδίζουν δεν γνωρίζουν πάντα ότι πετούν. Νομίζουν ότι διασχίζουν μια έρημο ή μια δοκιμασία, αλλά στην πραγματικότητα ακολουθούν τα ίχνη του μεγάλου πουλιού. Και κάθε φορά που μια δίκαιη λέξη ξεπερνά τον φόβο, κάθε φορά που ένα ταπεινωμένο ον σηκώνεται όρθιο, το Σιμούργκ διασχίζει τον ουρανό, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι η συλλογική πτήση είναι η μόνη μορφή σωτηρίας που μας απομένει».
Και πού μπορεί να βρεθεί το χνάρι μιας τέτοιας κοινής προοπτικής στην πράξη; Πιθανώς σε ένα μάζεμα ακτιβιστών, πριν από μια κινητοποίηση: «Τίποτα ηρωικό: απλώς αυτή η κοινή προσοχή σε ό,τι έχει ακόμα σημασία. Δεν θα γνωρίζεστε, όχι πραγματικά, αλλά θα αναγνωρίζετε την ίδια πειθαρχία στις κινήσεις σας, την ίδια άρνηση της φλυαρίας, τον ίδιο τρόπο να ζείτε τον λόγο, να μην υποκύπτετε στη χυδαιότητα της εποχής. Μια λεπτή, απογυμνωμένη, αδελφική προσοχή, χωρίς να υπάρχει λέξη για να την ονομάσει. Στη συνέχεια, η συνάντηση θα διαλυθεί […] Αλλά θα ξέρεις – με μια ήρεμη, αμετάκλητη σιγουριά – ότι είσαι ακριβώς στη θέση σου».