Η αυτοπαγιδευμένη Κεντροαριστερά
Με τα γεγονότα των ημερών να εκδικούνται μεταφέροντας τις δημόσιες συζητήσεις από τα μικρά καθημερινά στα μεγάλα ιστορικά ζητήματα της πολιτικής, η κοινή γνώμη βρίσκεται για μια ακόμα φορά αντιμέτωπη με την πραγματικότητα που έχουν διαμορφώσει οι επιπτώσεις μιας πρωτόγνωρης κρίσης αντιπροσώπευσης. Προϊόντος του χρόνου, αντί η κρίση αυτή να οριοθετείται μοιάζει μάλλον να διευρύνεται, προσφέροντας στην κυβέρνηση το πλεονέκτημα που πάντα έχουν οι κυβερνώντες όταν διαχειρίζονται ανάλογες καταστάσεις και εξωτερικούς κινδύνους.
Είναι βέβαια αλήθεια ότι ούτως ή άλλως θα ήταν πολύ δύσκολο για την ελληνική κοινωνία να συμβιβαστεί με μια πραγματικότητα που υπολείπεται παρασάγγας των εμπειριών και βιωμάτων της. Γιατί κακά τα ψέματα. Μπορεί αυτή η χώρα να είχε ανέκαθεν πολλά προβλήματα, είχε όμως μέχρι πρότινος και δυο προτερήματα που την έσωζαν. Το πρώτο ήταν ότι διέθετε πολιτικές ηγεσίες που την ενέπνεαν. Το δεύτερο ήταν ότι καταλαμβανόταν από πολιτικά πάθη που την έθρεφαν. Μπορεί να την οδηγούσαν σε πόλωση και διχαστικούς φανατισμούς, αλλά δεν της στερούσαν το νόημα της πολιτικής συμμετοχής.
Πολλώ δε μάλλον που ως επί το πλείστον συνέτρεχαν δυο ακόμη συνθήκες υπό τις οποίες ενθαρρυνόταν και νοηματοδοτούνταν ο παραταξιακός ανταγωνισμός. Η πρώτη ήταν η έστω σταδιακή διάχυση της κοινωνικής ευημερίας με αυξημένη συμμετοχή των λαϊκότερων στρωμάτων στη νομή του παραγόμενου πλούτου. Η δεύτερη ήταν η διαρκώς πολλαπλασιαζόμενη κοινωνική κινητικότητα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα και μια καταρχήν δωρεάν παιδεία που λειτουργούσαν ως ασανσέρ κοινωνικής ανόδου των μη προνομιούχων. Αυτοί ήταν άλλωστε και οι όροι υπό τους οποίους αναπτύχθηκε ο δικομματισμός, τηρήθηκε το Σύνταγμα και συμφωνήθηκε το κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης.
Σήμερα, η μεν κυβερνώσα Κεντροδεξιά της ΝΔ, επωφελούμενη των έκτακτων γεωπολιτικών περιστάσεων, δεν φαίνεται να πολυνοιάζεται για την τύχη του, ελπίζοντας ότι με τη συντήρηση των διάφορων μάλλον παραπλανητικών success stories περί την οικονομία θα εξασφαλίσει ταυτόχρονα και την πολυπόθητη αυτοδυναμία, η δε αντιπολιτευόμενη Κεντροαριστερά, ενώ εμφανίζεται να επιδιώκει την επαναφορά του κοινωνικού συμβολαίου επανατοποθετούμενη στρατηγικά ως η κατεξοχήν δύναμη που εγγυάται την ανανέωση και την εφαρμογή του, συνεχίζει απτόητη στον δρόμο της πολυδιάσπασης, δείχνοντας να αγνοεί πλήρως ότι από την εποχή κιόλας του Ζαν-Ζακ Ρουσό εκείνο που πρωτίστως συνιστά την πεμπτουσία κάθε κοινωνικού συμβολαίου είναι η επαναθεμελίωση της έννοιας του κοινού καλού και του δημόσιου συμφέροντος, όχι στη βάση μιας οποιασδήποτε αφηρημένης πολιτικής ιδέας, αλλά στη βάση της απτής συν-αίσθησης των (συν-αισθηματικών) δεσμών που συνενώνουν και συνέχουν τα μέλη μιας κοινωνίας πολιτών.
Δεν είναι, άλλωστε, μόνο η απώλεια της κυβερνησιμότητας που έχει αποδυναμώσει τη θέση της αξιωματικής και όχι μόνο αντιπολίτευσης. Είναι κυρίως ο αποπροσανατολισμός που επιφέρουν όσοι πιστεύουν ότι θα καταφέρει να ξορκίσει τον (αντισυστημικό) λαϊκισμό ορθώνοντας απέναντί του το «μέτωπο της λογικής» που συγχέει τον ορθολογισμό με τον τεχνοκρατικό ορθό λόγο.
Ετσι όμως μένει ελεύθερο το πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού στην επέλαση της αντιπολιτικής Ακροδεξιάς, ακριβώς επειδή η τελευταία αποδεικνύει συστηματικά ότι αντιλαμβάνεται καλύτερα τη θεμελιώδη διαφορά που ανέδειξε ο Αριστοτέλης μεταξύ του λογικού και του ορθολογικού.
Γιατί χρειάζεται πράγματι μια κάπως οξυμμένη συναισθηματική νοημοσύνη για να γίνει κατανοητή η διαπίστωση του γάλλου φιλοσόφου Eric la Blanche ότι «χωρίς (κοινωνικό) θυμό δεν θα είχε σημειωθεί ποτέ καμιά κοινωνική πρόοδος».
Διότι απλούστατα, όταν ο λόγος αφήνει αμετάφραστα τα συναισθήματα των ανθρώπων, η θέση του αναπληρώνεται από τη διαχειριστική λογική που αναιρεί τη σημασία των συναισθημάτων και απαξιώνει την πολιτική.