Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα στα «ΝΕΑ»: «Η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει την παραγωγικότητα»
Να βρίσκουν τρόπους να επιλύουν τις διαφορές, όπως συνέβη στην περίπτωση της Γροιλανδίας, και να επιδεικνύουν μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για να μειώνουν τους κινδύνους σε ανάλογα περιστατικά διαμήνυσε εμμέσως πλην σαφώς προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, μιλώντας χθες στα «ΝΕΑ» και σε μικρή ομάδα ανταποκριτών στις Βρυξέλλες. Η Γκεοργκίεβα, η οποία επισκέφθηκε τις Βρυξέλλες μετά τη συμμετοχή της στο Νταβός, προειδοποίησε επίσης για κινδύνους στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αν υποχωρήσουν οι μετοχές τεχνολογίας. Για την Ελλάδα συνέστησε να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να άρει τα εμπόδια στην ιδιωτική πρωτοβουλία και την ανάπτυξη.
«Ζούμε σε μια έντονα μεταβαλλόμενη εποχή», όπου «οι δυνάμεις μετασχηματισμού από τη γεωπολιτική στην τεχνολογία, στη δημογραφία και στο κλίμα δημιουργούν ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας» προειδοποίησε η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, διαπιστώνοντας, πάντως, ότι παρά την αβεβαιότητα η παγκόσμια οικονομία «επιδεικνύει αρκετή ανθεκτικότητα». Απέδωσε την εξέλιξη αυτή σε τέσσερις λόγους. Πρώτον, στην ευελιξία του ιδιωτικού τομέα, δεύτερον, στη «σχετικά ήπια ζημιά» από τους δασμούς, τρίτον, στην «τεράστια επενδυτική ώθηση» της Τεχνητής Νοημοσύνης και, τέταρτον, στις «καλές» πολιτικές. Επεξηγώντας τον τελευταίο παράγοντα, αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές χώρες που πέρασαν από «επώδυνες μεταρρυθμίσεις» στην κρίση της ευρωζώνης – Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισλανδία. «Είναι αξιοσημείωτο ότι σε περσινή κατάταξη βάσει οικονομικής απόδοσης ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ η Πορτογαλία κατατάχθηκε πρώτη, η Ιρλανδία δεύτερη, η Ισπανία τέταρτη και η Ελλάδα έκτη» σημείωσε η Γκεοργκίεβα. Στις πρόσφατες προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας το ΔΝΤ αναβάθμισε την παγκόσμια ανάπτυξη στο 3,3%, την αμερικανική στο 2,4%, της ευρωζώνης στο 1,3%, αλλά και της Κίνας και της Ινδίας, εξέλιξη που θύμισε εμφατικά η γενική διευθύντρια του Ταμείου. Ομως, τόνισε ότι το ΔΝΤ θέλει να δει ακόμη καλύτερες αποδόσεις.
«Η ανάπτυξη πρέπει να είναι ισχυρή» τόνισε, ειδικά λόγω του υψηλού επίπεδου δημόσιου χρέους. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι αν η Ευρώπη δεν αναλάβει δράση, το δημόσιο χρέος θα φτάσει το 130% του ΑΕΠ το 2040. «Αποτελεί μεγάλο βάρος» είπε, δεδομένων των μη μηδενικών επιτοκίων, αλλά και της χρηματοδότησης που απαιτείται για την άμυνα, την πληθυσμιακή γήρανση, τις υποδομές και τις επενδύσεις στην ανταγωνιστικότητα. Αλλωστε, όπως τόνισε, υπάρχουν «αρκετά σοβαροί κίνδυνοι» για την παγκόσμια οικονομία, αφενός δημοσιονομικοί και αφετέρου λόγω των υψηλών αποτιμήσεων μετοχών. Οσον αφορά μάλιστα τον δεύτερο παράγοντα, συνέστησε «προσοχή». «Αν κάτι υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στα κέρδη παραγωγικότητας από την ΤΝ και υπάρχει υποχώρηση στις μετοχές τεχνολογίας, τότε θα δούμε πιθανώς αρνητικό αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα» προειδοποίησε. Εναντι των δεδομένων αυτών, αλλά και της χαμηλής παραγωγικότητας και της συρρίκνωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας σε σύγκριση με την αμερικανική, το μήνυμά της προς την ΕΕ ήταν σαφές. «Επιταχύνετε τις μεταρρυθμίσεις». Ξεχώρισε μάλιστα τέσσερις προτεραιότητες, στις οποίες θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα η Ευρώπη.
Πρώτον, στη θέσπιση του «καθεστώτος 28» για τις επιχειρήσεις όχι μέσω μιας οδηγίας, αλλά μέσω ενός νομοθετικού κανονισμού.
Δεύτερον, στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ενωσης και της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. «Οι αποταμιεύσεις των Ευρωπαίων εγκαταλείπουν την ήπειρο και μεταφέρονται στις ΗΠΑ» τόνισε, αναφέροντας σχετική εκτίμηση ύψους 300 δισ. ευρώ.
Τρίτον, στην ελεύθερη κυκλοφορία ειδικευμένων εργαζομένων και, τέταρτον, στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος ενέργειας.
Με φόντο την εκτίμηση του ΔΝΤ ότι η διάβρωση που προκαλούν οι δασμοί στην κερδοφορία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων διαμορφώνεται σε 0,5% του ΑΕΠ φέτος και το επόμενο έτος, η Γκεοργκίεβα διαμήνυσε προς την Ευρώπη αφενός να συνεχίσει να διευρύνει τις εμπορικές της σχέσεις και αφετέρου να επικεντρωθεί στην ενιαία αγορά. «Κάντε την πραγματικότητα» είπε. Η Ευρώπη μπορεί να επιτύχει αύξηση της παραγωγικότητας κατά 20% εάν ολοκληρώσει την ενιαία αγορά και εάν οι χώρες εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, είπε. «Είναι δυνατόν η Ευρώπη να φτάσει τις ΗΠΑ;» αναρωτήθηκε. «Είναι δυνατό, αλλά δεν πρόκειται να πέσει από τον ουρανό. Το ζήτημα είναι η αίσθηση του επείγοντος και η πολιτική βούληση να γίνουν οι αλλαγές που θα αυξήσουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα». Ειδικότερα για τους δασμούς που είχε απειλήσει ότι θα επιβάλει ο Τραμπ σε σχέση με τη Γροιλανδία, είπε ότι «ο αντίκτυπος δεν θα ήταν αμελητέος». Η υπόθεση αυτή έδειξε ότι «βρισκόμαστε σε έναν κόσμο με περισσότερη αβεβαιότητα, η οποία επιδεινώνεται, επηρεάζει τις αγορές και κινδυνεύει να επηρεάσει και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Βρείτε τρόπους, όπως συνέβη σε αυτή την περίπτωση, να επιλύσετε τις διαφορές. Θα θέλαμε να δούμε πιο αποφασιστική εστίαση σε δεσμεύσεις που μειώνουν τους κινδύνους τέτοιων περιστατικών». Συνέστησε στις ευρωπαϊκές χώρες να μειώσουν το χρέος. «Δεν χρειάζεται να κάνετε δραστικές περικοπές αμέσως, αλλά να δώσετε την προοπτική μείωσης» είπε. Συνέστησε, επίσης, ενόψει και της λήξης του Ταμείου Ανάκαμψης, από κοινού επενδύσεις σε ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά. «Συνιστούμε στην Ευρώπη να δείξει μεγαλύτερη φιλοδοξία στο να συνεργαστεί ώστε να μειωθεί το κόστος για τις μεμονωμένες χώρες. Υποστηρίζουμε επίσης τον κοινό δανεισμό» τόνισε. «Υπάρχει χώρος για περισσότερες κοινές εκδόσεις ομολόγων».
«Αύξηση της παραγωγικότητας»
Τι είπε ειδικότερα για την Ελλάδα; «Η Ελλάδα έχει πάει εξαιρετικά καλά. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Το γεγονός ότι ο έλληνας υπουργός Οικονομικών εξελέγη πρόεδρος του Eurogroup είναι συμβολικά αναγνώριση της καλής δουλειάς που έχει κάνει η Ελλάδα. Αν θέλουμε να επικεντρωθούμε στο πιο σημαντικό πρόβλημα για την Ελλάδα, που είναι στην πραγματικότητα το πρόβλημα της Ευρώπης, είναι η αύξηση της παραγωγικότητας. Εάν συνεχίσει να υστερεί, είναι δύσκολο να φέρει περισσότερη ευημερία και υψηλή ανταγωνιστικότητα» είπε.
«Στην Ελλάδα η πιο σημαντική δουλειά είναι να γίνει κανονιστική εκκαθάριση, προσεκτική αναθεώρηση όλων των απαιτούμενων για να διαπιστωθεί ποια χρειάζονται και ποια πρέπει να απομακρυνθούν. Η Ελλάδα θα έβλεπε, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, ότι η άρση των εμποδίων στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην ανάπτυξη συνολικά θα συνέβαλλε σημαντικά στην ενίσχυση των επιδόσεων». Για την Ευρώπη εκτιμά ότι εάν επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία για την Ουκρανία θα μειώσει, αλλά δεν θα εξαλείψει, τον αρνητικό αντίκτυπο του πολέμου. «Η Ευρώπη θα μπορεί να κατευθύνει περισσότερη χρηματοδότηση για την τόνωση της ουκρανικής οικονομίας, δημιουργώντας ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται στην Ευρώπη» είπε. Ομως, εκτίμησε ότι το τέλος του πολέμου δεν πρόκειται να συρρικνώσει τις ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες, αλλά θα μειώσει τους κινδύνους κλιμάκωσης. Η ίδια ήταν πρόσφατα στο Κίεβο, όπου μεταξύ άλλων, συζήτησε το δεύτερο πρόγραμμα που ετοιμάζει το ΔΝΤ για την Ουκρανία.