Γιατί όλοι μιλούν για τον Bad Bunny;
Το νέο άλμπουμ του πουερτορικανού σταρ της ποπ με τίτλο «Debí Tirar Más Fotos» (μτφρ: Επρεπε να έχω βγάλει περισσότερες φωτογραφίες, Rimas, 01/25) ακολουθεί το γνωστό μότο που λέει ότι για να βρεις πού θες να πας πρέπει να μην ξεχνάς από πού έρχεσαι. Ο Bad Bunny, κατά κόσμον Μπενίτο Αντόνιο Μαρτίνεθ Οκάζιο, στην τελευταία του δισκογραφική δουλειά θυμήθηκε τον τόπο καταγωγής του, το Πουέρτο Ρίκο, και βρήκε πού ήθελε να πάει: εκτοξεύτηκε στην κορυφή των παγκόσμιων τσαρτ.
Τι είναι όμως τόσο ξεχωριστό σ’ αυτόν τον δίσκο που έκανε την κριτική να μιλά για ποπ ενηλικίωση και τόσα νέα κι ετερόκλητα κοινά να στρέφονται στη μουσική του νεαρού που μέχρι πέρυσι τραγουδούσε λάτιν τραπ φλεξάροντας πλούτη, λαϊφστάιλ και τις κατακτήσεις στον ερωτικό τομέα; Η απάντηση βρίσκεται στο περιεχόμενο. Τα δεκαεπτά κομμάτια του δίσκου πειραματίζονται με τη σύγχρονη ποπ και τραπ μπλέκοντας το ρεγκετόν και τη σάλσα, φέρνοντας στο προσκήνιο παραδοσιακούς ήχους από το Πουέρτο Ρίκο όπως η μπόμπα και τα χιμπάρο. Η επιστροφή του Μπενίτο στις ρίζες του ξεκινά από τη Νέα Υόρκη, μια πολύ σημαντική πόλη για την πουερτορικανή διασπορά. Στο ξεσηκωτικό κομμάτι «NUEVAYoL» samplάρει τη διασκευή του κομματιού των El Gran Combo de Puerto Rico, «Un Verano en Nueva York» από τον πατριάρχη της σάλσα Andy Montañez Rodríguez για να αναφερθεί στη συνέχεια στα κουπλέ στον θρυλικό τραγουδιστή της σάλσα Willie Colon και στον καλλιτέχνη της χιπ-χοπ Big Pun.
Το κομμάτι δημιουργεί στον ακροατή την αίσθηση της συμμετοχής σε ένα μεθυστικό ρεσιτάλ χορού εν μέσω αυγουστιάτικου καύσωνα στη Νέα Υόρκη. Του χορού με την κοινωνική του λειτουργία και όχι τη θεαματική: του χορού που προκύπτει από εσωτερική ανάγκη στον δρόμο, σαν πράξη αντίστασης. Οταν ερμήνευσε το τραγούδι στην εκπομπή SNL πριν από λίγες μέρες, εμφανίστηκε με άλλους έγχρωμους μετανάστες πάνω σε ένα δοκάρι σκαλωσιάς ουρανοξύστη με τη Νέα Υόρκη να απλώνεται πίσω τους, παραπέμποντας στη διάσημη φωτογραφία του προηγούμενου αιώνα με τους μετανάστες οικοδόμους κατά τη διάρκεια κατασκευής του κτιρίου Ροκφέλερ να κάνουν διάλειμμα για κολατσιό. Ηδη από την έναρξη της ακρόασης ακόμα και ο ανυποψίαστος ακροατής καταλαβαίνει πού θα κινηθεί ο δίσκος.
ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ. Τίγκα στις αναφορές και στην απότιση φόρου τιμής στην πλούσια και ετερόκλητη μουσική παράδοση της πατρίδας του, ο Bad Bunny κατορθώνει επίσης να μας προσφέρει τους πιο μεστούς και αληγορικούς στίχους της καριέρας του. Οι στίχοι του εξακολουθούν σε σημεία να περηφανεύονται για τα κατορθώματά του (φλεξ φυγείν αδύνατον), αλλά αυτό το στοιχείο έχει μετριαστεί σημαντικά αυτή τη φορά ή επικαλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τους χορευτικούς ρυθμούς του ρεγκετόν.
Ο ναρκισσιστικός αυτοθαυμασμός έχει δώσει τη θέση του σε στίχους που υμνούν τον ρομαντισμό και μιλούν με συγκλονιστική επάρκεια για το σύνθετο, χαοτικό, κοινό παρόν μας. Επιτέλους. Στίχοι που δεν μιλάνε για κάτι αχρονικό, μια περίοδο στο μέλλον που μοιάζει πιο πολύ με κάτι παρελθοντικό, αλλά περιγράφουν με επάρκεια όσα ζούμε στο σήμερα: το χειριστικό φλερτ στην επικράτεια των κοινωνικών δικτύων και των εφαρμογών γνωριμιών, τη λαίλαπα του υπερτουρισμού που ρημάζει τα μέρη και στρέφει το βλέμμα μόνο στη βιτρίνα και όχι σε όσα συνθέτουν έναν προορισμό και τον ιμπεριαλισμό.
Στο «TURiSTA» τραγουδά πως «Στη ζωή μου ήσουν ένας τουρίστας / είδες μόνο τις ομορφιές και δεν είδες πώς υπέφερα / έφυγες χωρίς να μάθεις την αιτία των πληγών μου / και δεν ήταν ο ρόλος σου να τις γιατρέψεις / ήρθες για να περάσεις καλά», ενώ στο συνοδευτικό κλιπ εμφανίζεται ως καθαριστής που μπαίνει σε μια ακατάστατη βίλα airbnb στο Πουέρτο Ρίκο για να τη σουλουπώσει για τους επόμενους.
Στο πιο πολιτικό ίσως κομμάτι του δίσκου το «LO QUE LE PASÓ A HAWAii» φαινομενικά μιλά σε μια κοπέλα, σύντομα όμως καταλαβαίνουμε πως μιλά στη χώρα του: «Ηθελαν να μου πάρουν το ποτάμι μου και την παραλία μου / ήθελαν να μου πάρουν τη γειτονιά μου και να διώξουν τη γιαγιά μου / όχι μην ξεχάσεις τη σημαία και το λελολάι (σ.σ. είδος ποτού) / γιατί δεν θέλω να σου κάνουν ό,τι έκαναν στη Χαβάη» (σ.σ. το Πουέρτο Ρίκο είναι ημιαυτόνομη περιοχή των ΗΠΑ). Στο «DtMF» που έδωσε και το όνομά του στον δίσκο τραγουδά για το ότι έπρεπε να έχει βγάλει πιο πολλές φωτογραφίες από τα αγαπημένα του πρόσωπα όσο τα είχε κοντά του. Στο «BAILE INoLVIDABLE», μια ερωτική σάλσα, διακηρύσσει «Οχι δεν σε ξεχνάω / όχι δεν σε διαγράφω / εσύ μ’ έμαθες να χορεύω / εσύ μ’ έμαθες να αγαπώ». Μπορεί «να μην έβγαλε αρκετές φωτογραφίες» αλλά μας χάρισε έναν οριακά ιδιοσυγκρασιακό δίσκο, μια ενδοσκόπηση – επιστροφή στην πατρίδα – κοινωνική κριτική – δημόσια εξομολόγηση αγάπης. Εναν τόπο συνάντησης για όσους νιώθουν εγκλωβισμένοι στην ταχύτητα με την οποία αλλάζουν τα πάντα γύρω μας.