Με ποιον πρωθυπουργό;
Σε επανειλημμένες δημοσκοπήσεις του τελευταίου διμήνου, η δημοτικότητα του Νίκου Ανδρουλάκη βρίσκεται στην 5η θέση των πολιτικών αρχηγών, ενώ η καταλληλότητά του για πρωθυπουργός βρίσκεται στην 4η θέση, κάτω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Κυριάκο Βελόπουλο.
Είναι καταφανές ότι υπάρχει ένα μεγάλο πολιτικό ζήτημα που άπτεται είτε της εγκυρότητας των δημοσκοπήσεων είτε, αν αυτές έχουν αξιοπιστία, της δυνατότητας να πείσουμε ευρύτερα ακροατήρια ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής μπορεί να καταστεί πρωθυπουργός.
Επί της πρώτης πιθανότητας, αν δηλαδή οι συνεχείς δημοσκοπήσεις δεν έχουν στοιχεία αξιοπιστίας, το κόμμα οφείλει να αντιδράσει.
Αφού οι μη έγκυρες δημοσκοπήσεις παράγουν εντυπώσεις και χειραγωγούν τους ψηφοφόρους εν είδει αυτοεκπληρούμενης προφητείας, απομακρύνοντάς τους από την πιθανότητα να πορευτούν μαζί μας.
Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ελεγκτικό τοπίο των δημοσκοπικών εταιρειών είναι ανεπαρκές, αφού αυτές σύμφωνα με τους διεθνείς κώδικες δεοντολογίας αυτορυθμίζονται και κατά την ελληνική νομοθεσία ελέγχονται ιδίως από μια αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, όπου συμμετέχουν εκπρόσωποι των δημοσκοπικών εταιρειών, είναι ανοικτά τα ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων.
Ετσι, μια νομοθετική πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής ομάδας μας που για παράδειγμα, σε περιπτώσεις υπονόμευσης των δημοκρατικών λειτουργιών, θα ανέθετε τον άμεσο έλεγχο των δημοσκοπικών εταιρειών στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και συνάμα θα ενίσχυε τον μέχρι τώρα ασθενή κυρωτικό του ρόλο, θα είχε σημασία ως πολιτικό γεγονός αντίδρασης σε ένα σκοτεινό παιχνίδι.
Επί της δεύτερης πιθανότητας, αν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής θεωρεί ότι τα επαναλαμβανόμενα αδύναμα προσωπικά ποσοστά του είναι έγκυρα, τότε πρέπει να αποδεχτούμε, ανεξάρτητα από το αν οι λόγοι είναι δίκαιοι ή άδικοι, πως ο Νίκος Ανδρουλάκης συντελεί στην καθήλωση των ποσοστών του κόμματος.
Εδώ έρχεται η ώρα της ευθύνης και θα πρέπει ο ίδιος να δει πολλά ζητήματα από την αρχή, όπως το ζήτημα της συλλογικής ηγεσίας (το SPD στη Γερμανία το έχει καθιερώσει με τη δυνατότητα για διαφορετικό υποψήφιο πρόεδρο από τον υποψήφιο για την Καγκελαρία), άρα διά πρωθυπουργικής υποψηφιότητας γενικότερης αποδοχής, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής.
Ταυτόχρονα, το ύπατο διακύβευμα των επομένων εκλογών είναι να υπάρξει κυβέρνηση χωρίς τη ΝΔ, δηλαδή προοδευτική. Αν αυτός είναι ο τελικός στόχος, τότε ο διάλογος με όλα τα κόμματα και της προσωπικότητες του Κέντρου, της σοσιαλδημοκρατίας, του σοσιαλισμού, της Αριστεράς και της οικολογίας πρέπει να ξεκινήσει άμεσα χωρίς αποκλεισμούς, face control, παρελθοντολογίες και ιδιοτέλειες, ώστε να παραχθεί ενιαίο μέτωπο και γιατί όχι, ένα κοινό ψηφοδέλτιο που θα παρέχει πλατιά εμπιστοσύνη στον λαό, συσπείρωση δυνάμεων και εκλογική νίκη.
Το σίγουρο είναι ότι κάτι πρέπει να κινηθεί. Η αδράνεια και ο χρόνος λειτουργούν πια μόνο εις βάρος του κεντρικού στόχου να μην ξαναδιοικήσει την Ελλάδα η πιο διεφθαρμένη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης. Για αυτό ας ζυγιστεί ο καθένας με τη συνείδησή του και τις ευθύνες του.
Ο Μαρίνος Σκανδάμης είναι διδάκτωρ Νομικής – δικηγόρος, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής