Χίος: Δικοί μας άνθρωποι
Δεν υπάρχει επί του παρόντος χώρα στην ΕΕ πιο σκληρή στο ζήτημα της μετανάστευσης από την Ουγγαρία του εθνολαϊκιστή Βίκτορ Ορμπαν. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο δύσκολο να αποκτήσει κάποιος καθεστώς πρόσφυγα ή διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕ, το 2025 το καθεστώς αυτό χορηγήθηκε σε μόλις 10 άτομα. Ο ούγγρος πρωθυπουργός δηλώνει με υπερηφάνεια ότι στη χώρα του υπάρχουν «μηδέν» πρόσφυγες – ή, όπως τους αποκαλεί, «παράνομοι μετανάστες». Με αυτόν τον τρόπο παρουσίασε τη μεταναστευτική του πολιτική και τα αποτελέσματά της όταν συνάντησε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο τον Ντόναλντ Τραμπ.
Οταν πρόκειται για πολιτικούς του φίλους, βέβαια, ο Ορμπαν κάνει ευχαρίστως μια εξαίρεση – πιο πρόσφατα, προσέφερε πολιτικό άσυλο στον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης της Πολωνίας, Ζμπίγκνιεφ Ζιόμπρο, ο οποίος ερευνάται στην πατρίδα του για μια σειρά από αδικήματα, μεταξύ των οποίων κατάχρηση εξουσίας, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και υπεξαίρεση δημόσιων πόρων. Γενικότερα, όμως, κάλλιστα θα μπορούσε να πει κανείς πως η «μηδενική μετανάστευση», και παράλληλα η αύξηση του αναιμικού ποσοστού γεννήσεων της χώρας, είναι οι δύο εμμονές της κυβέρνησης Ορμπαν.
Το πρόβλημα είναι πως η πραγματικότητα αποδεικνύεται επίμονη. Η Ουγγαρία δεν έχει σημειώσει σχεδόν καμία πρόοδο στο δεύτερο μέτωπο, ενώ στο πρώτο, η κυβέρνηση έχει στραφεί στην προσέλκυση ξένων εργατών προκειμένου να αντιμετωπίσει τη σοβαρή έλλειψη εργατικού δυναμικού. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι ο Ορμπαν είχε δηλώσει, εν μέσω της μεταναστευτικής κρίσης του 2015-2016, ότι «η Ουγγαρία δεν χρειάζεται ούτε έναν μετανάστη για να λειτουργήσει η οικονομία, να διατηρηθεί ο πληθυσμός ή να έχει μέλλον η χώρα».
Οι Ούγγροι, και ιδιαίτερα οι νέοι, μορφωμένοι και φιλόδοξοι, διαφωνούν – και το δείχνουν με τις πράξεις τους, μεταναστεύοντας οι ίδιοι. Αντιμέτωποι με μια αδύναμη οικονομία, το 57% των νέων Ούγγρων δήλωσαν σε πρόσφατη δημοσκόπηση ότι σχεδιάζουν να αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό την επόμενη δεκαετία. Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι το ένα τρίτο εκείνων που φεύγουν διαθέτουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και σχεδόν το 80% είναι κάτω των 40 ετών. Η κυβέρνηση έχει δαπανήσει εκατομμύρια για να πείσει τους νέους Ούγγρους να επιστρέψουν, αλλά τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής είναι περιορισμένα. Οι δημογράφοι εκτιμούν ότι ο πληθυσμός της χώρας μπορεί να μειωθεί μέχρι το 2050 στα 8,5 εκατομμύρια, χάνοντας περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους.
Δεν υπάρχει επί του παρόντος χώρα στην ΕΕ πιο επιεικής στο ζήτημα της μετανάστευσης από την Ισπανία του σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ. Μόλις πρόσφατα, η κυβέρνησή του ενέκρινε σχέδιο για τη μαζική νομιμοποίηση περίπου 500.000 παράτυπων μεταναστών που ήδη ζουν στη χώρα. Το σχέδιο προέκυψε από μια πρωτοβουλία πολιτών (#RegularizaciónYa) με περισσότερες από 700.000 υπογραφές, ενώ υποστηρίχθηκε από κοινωνικές οργανώσεις και μέρος της Καθολικής Εκκλησίας.
Ο Σάντσεθ υπερασπίστηκε την πρωτοβουλία λέγοντας ότι η Ισπανία επιλέγει τον δρόμο της «αξιοπρέπειας, της κοινότητας και της δικαιοσύνης», και ότι πρόκειται για μέτρο που δίνει δικαιώματα και αξιοπρέπεια σε ανθρώπους ενσωματωμένους στην καθημερινή ζωή της χώρας – στις δουλειές, στα σχολεία, στις γειτονιές. Αντιμετωπίζει βέβαια μεγάλο πόλεμο, το Λαϊκό Κόμμα, που ειδικά σε ό,τι αφορά τη μετανάστευση έχει πια σχεδόν ευθυγραμμιστεί με το ακροδεξιό Vox, τον κατηγορεί ότι προσπαθεί απλώς να αποσπάσει την προσοχή από το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Κόρδοβα, καταγγέλλοντας παράλληλα πως «στη σοσιαλιστική Ισπανία, η παρανομία ανταμείβεται». Αλλά ο Σάντσεθ δεν κάνει πίσω. Χθες υπέγραψε ολόκληρο άρθρο γνώμης στους «New York Times» εξηγώντας αναλυτικά τους λόγους της απόφασής του.
«Ο πρώτος και πιο σημαντικός είναι ηθικός. Η Ισπανία υπήρξε κάποτε χώρα μεταναστών. Τη δεκαετία του 1950 και του 1960, αλλά και μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι παππούδες, οι γονείς και τα παιδιά μας μετανάστευσαν στην Αμερική και σε άλλες χώρες της Ευρώπης αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Τώρα, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η οικονομία μας ανθίζει. Αλλοδαποί μετακινούνται προς την Ισπανία. Είναι καθήκον μας να γίνουμε η φιλόξενη και ανεκτική κοινωνία που οι συγγενείς μας σίγουρα ήλπιζαν να συναντήσουν στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Ο δεύτερος λόγος είναι καθαρά πρακτικός. Η Δύση χρειάζεται ανθρώπους. Πολλές χώρες της έχουν πλέον χαμηλό ή αρνητικό ρυθμό αύξησης του πληθυσμού. Εκτός αν αποδεχτούν τη μετανάστευση, θα αντιμετωπίσουν οξεία δημογραφική συρρίκνωση, με συνέπεια να μη μπορούν να στηρίξουν την οικονομία και τις δημόσιες υπηρεσίες τους. Το ΑΕΠ τους θα τελματωθεί. Το δημόσιο σύστημα υγείας και οι συντάξεις θα υποφέρουν. Ούτε η AI ούτε τα ρομπότ μπορούν να αποτρέψουν αυτό το αποτέλεσμα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Η μόνη επιλογή για να αποφευχθεί η παρακμή είναι η ενσωμάτωση των μεταναστών με τον πιο οργανωμένο και αποτελεσματικό τρόπο».
Μπορούμε και οφείλουμε να συζητήσουμε, διεξοδικά, για το αν, πόσους και ποιους μετανάστες χρειαζόμαστε. Αρκεί να συμφωνήσουμε ότι υπάρχουν δύο πράγματα στα οποία δεν χωράει η παραμικρή συζήτηση. Πρώτον, ότι δεν μπορούμε να τους αφήνουμε να πνιγούν, ούτε φυσικά να τους πνίγουμε. Και δεύτερον, ότι κάθε σχετική υποψία πρέπει να διερευνάται σαν να ήταν δικοί μας άνθρωποι.