Ο «Κάθετος Διάδρομος» φέρνει κοινό εορτασμό Ευρωπαίων και Αμερικανών
Το Πίτσμπεργκ δεν είναι από τις πόλεις που κάποιος συνδέει αυθόρμητα με τη διατλαντική συνεργασία. Στις 27 Φεβρουαρίου, όμως, θα βρεθεί στο επίκεντρο, φιλοξενώντας εκδήλωση για τα δέκα χρόνια από την αποστολή του πρώτου φορτίου με αμερικανικό LNG προς την Ευρώπη. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους είναι και ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου.
Σε μια περίοδο που οι καλές ειδήσεις για τις σχέσεις ΗΠΑ και ΕΕ δεν περισσεύουν, η εικόνα ευρωπαίων και αμερικανών αξιωματούχων σε κοινό εορτασμό δεν είναι πλέον αυτονόητη. Η επέτειος είναι μεν συμβολική, ταυτόχρονα όμως σηματοδοτεί τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στη διαφοροποίηση και την ασφάλεια του ευρωπαϊκού ενεργειακού εφοδιασμού.
Σε αυτό το πεδίο, παρά τις συγκρούσεις και την πολιτική πόλωση, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί συγκλίνουν. Το LNG παραμένει στρατηγικό εργαλείο. Το μήνυμα αυτό αποτυπώθηκε καθαρά στην ακρόαση της Τετάρτης στη Γερουσία, με τη συμμετοχή του Τζέφρι Πάιατ.
Ο αμερικανός υφυπουργός εξήρε την αμερικανική βιομηχανία LNG, η οποία μέσα σε δεκαπέντε χρόνια έφερε τις ΗΠΑ στην κορυφή των εξαγωγών. Στάθηκε ιδιαίτερα στον Κάθετο Διάδρομο, τον οποίο χαρακτήρισε υποτιμημένο επίτευγμα της διατλαντικής ενεργειακής διπλωματίας.
Παραδέχθηκε, πάντως, ότι τα εμπόδια παραμένουν. Υπογράμμισε ότι τα έργα που αντέχουν στον χρόνο είναι εκείνα που έχουν πολιτική συνέχεια, στοιχείο κρίσιμο για τη μείωση του ρίσκου για τις εταιρείες που εξετάζουν τη συμμετοχή τους στον Διάδρομο.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στη στήριξη των Κρις Ράιτ και Τζάροντ Αγκεν, αλλά και στη διακομματική συμφωνία του 2019 στο NDAA, που άνοιξε τον δρόμο για χρηματοδότηση της DFC στην Ευρώπη.
Οταν η πολιτική προηγείται της αγοράς
Η Σύνοδος για τον Κάθετο Διάδρομο στην Ουάσιγκτον οργανώνεται σε μια στιγμή που το έργο παραμένει στρατηγικά αναγκαίο, αλλά εμπορικά εύθραυστο. Οι επίσημες προσκλήσεις δεν έχουν ακόμη αποσταλεί, ωστόσο από αμερικανικής πλευράς η προετοιμασία κινείται εντατικά, με στόχο να σταλεί ένα σαφές πολιτικό μήνυμα στήριξης.
Παρά τη ρητορική, τα βασικά προβλήματα εξακολουθούν να βαραίνουν το έργο. Οι δημοπρασίες δεν εξασφαλίζουν σταθερά φορτία. Τα τέλη διέλευσης, καθώς συσσωρεύονται από χώρα σε χώρα, διαβρώνουν σταδιακά την ανταγωνιστικότητά του. Με αυτό το δεδομένο, η Ουάσιγκτον δεν περιορίζει τις προσκλήσεις στους υπουργούς. Επιχειρεί να φέρει στο ίδιο τραπέζι εταιρείες, διαχειριστές δικτύων, ρυθμιστικές Αρχές και ευρωπαίους αξιωματούχους, όλους όσοι καθορίζουν στην πράξη αν το έργο μπορεί να λειτουργήσει.
Αυτό επιχειρεί να καλύψει το κενό συντονισμού, με μια συνάντηση όπου όλα τα κρίσιμα ζητήματα θα τεθούν ταυτόχρονα.
Παράλληλα, η παρουσία της DFC και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν είναι τυχαία. Από αμερικανικής πλευράς εξετάζεται διεύρυνση της εμπλοκής της DFC, ενώ δεν περνά απαρατήρητο το ενδιαφέρον που θα μπορούσε να εκδηλωθεί για στρατηγικά ελληνικά λιμάνια και υποδομές, εφόσον επανέλθουν προς ιδιωτικοποίηση, με χρηματοδοτική στήριξη από τις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, υπάρχουν σκέψεις για ευρωπαϊκή συμμετοχή στο κόστος μέσω επιδοτήσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων. Η συζήτηση βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, ωστόσο στην Ουάσιγκτον θεωρούν ότι η Ελλάδα, ως χώρα – μέλος της ΕΕ, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο – κλειδί, προωθώντας στις Βρυξέλλες το έργο.
Με αυτά τα δεδομένα, το στοίχημα της αμερικανικής πλευράς για την επικείμενη συνάντηση στην Ουάσιγκτον είναι να «δεθούν» οι βασικοί παίκτες στο ίδιο σχέδιο, πριν ο Διάδρομος δοκιμαστεί οριστικά από την αγορά.