Οι ταραχώδεις μήνες που έρχονται
Αν και η προεκλογική περίοδος για τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2026 στην Ουγγαρία δεν ξεκινά επισήμως πριν από τον Μάρτιο, η χώρα βρίσκεται ήδη σε μια κατάσταση πολιτικής αστάθειας που δεν έχει παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαπέντε χρόνια, το κυβερνών κόμμα Fidesz του Βίκτορ Ορμπαν παρουσιάζει εμφανή σημάδια παρακμής, μετατρέποντας τις ιδιωτικές ανησυχίες σε δημόσια, εθνική συζήτηση για το αν ο πρωθυπουργός μπορεί τελικά να φύγει από την εξουσία τον Απρίλιο. Ενώ πολλοί είναι αισιόδοξοι για το μέλλον της πολιτικής αλλαγής, η ιστορία μας διδάσκει ότι δεν πρέπει να εφησυχάζουμε, ειδικά όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν ηγέτη και ένα κόμμα που έχουν επαναπροσδιορίσει τους «κανόνες του παιχνιδιού». Καθώς η επιρροή του Ορμπαν εξασθενεί και οι τακτικές επιβίωσης του κόμματός του γίνονται όλο και πιο ακραίες, ένα μοντέλο εκλογικής χειραγώγησης αρχίζει να διαφαίνεται, το οποίο οι ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να παρακολουθήσουν προσεκτικά.
Ο παράγοντας που αλλάζει τα δεδομένα σε αυτές τις εκλογές είναι ο Πέτερ Μάγιαρ. Ο Μάγιαρ, ένας μέχρι πρότινος άγνωστος έμπιστος του κόμματος του Ορμπαν και πρώην σύζυγος της πρώην υπουργού Δικαιοσύνης της χώρας, Τζούντιτ Βάργκα, ξεκίνησε ένα αντικαθεστωτικό πολιτικό κίνημα την άνοιξη του 2024. Μέσα σε λίγους μήνες, το κόμμα του, το Tisza, έφτασε να είναι κοντά στο Fidesz στις δημοσκοπήσεις και έκτοτε έχει καταφέρει να διατηρήσει δημοσκοπικό προβάδισμα μεταξύ δέκα και δώδεκα ποσοστιαίων μονάδων. Για ένα κυβερνών κόμμα που δεν έχει αντιμετωπίσει αξιόμαχο αντίπαλο από το 2010, η άνοδος του Μάγιαρ αποτελεί μια υπαρξιακή απειλή.
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, ο Ορμπαν και το κυβερνών κόμμα Fidesz έχουν το γενικό πρόσταγμα. Δεν έχουν απλώς κυβερνήσει, αλλά έχουν υποτάξει τους θεσμούς και τους δημόσιους πόρους στη θέλησή τους, αναδιαμορφώνοντας ριζικά το κράτος. Επιπλέον, κατά την τελευταία δεκαετία, ο ίδιος ο πρωθυπουργός επένδυσε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ στην οικοδόμηση και την εξαγωγή ενός παγκόσμιου αντιφιλελεύθερου δικτύου, μέσω κοινοβουλευτικών μηχανισμών όπως η ακροδεξιά οργάνωση «Πατριώτες για την Ευρώπη» και η διοργάνωση σημαντικών συντηρητικών φόρουμ, όπως το Συνέδριο Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης (CPAC) και η Διάσκεψη Κορυφής για το Δημογραφικό στη Βουδαπέστη. Η απώλεια της εξουσίας στην Ουγγαρία θα του στερήσει αυτό το κύρος και την εντυπωσιακή επιρροή που του προσφέρει. Με απλά λόγια, δεν αντέχει να χάσει.
Οταν ο Πέτερ Μάγιαρ αναδείχθηκε ως ο πραγματικός αντίπαλος του Ορμπαν, στις αρχές του 2024, η κυβέρνηση αντέδρασε με τον γνωστό τρόπο, ξεκινώντας μια εκστρατεία δυσφήμησης εναντίον του, σε μια προσπάθεια να καταστρέψει την αξιοπιστία του. Ωστόσο, σε αντίθεση με προηγούμενους ηγέτες της αντιπολίτευσης, ο Μάγιαρ έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικός. Ο μαχητικός χαρακτήρας του, η αντοχή του και η ικανότητά του να αντικρούει τις επιθέσεις τού επέτρεψαν να ενώσει την προηγουμένως κατακερματισμένη εκλογική βάση της αντιπολίτευσης και να προσφέρει στους Ούγγρους μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση στο υφιστάμενο status quo.
Μένει να δούμε αν ο Μάγιαρ και το αντιπολιτευτικό του κίνημα θα αντέξουν την αναπόφευκτη και κλιμακούμενη επίθεση δυσφήμησης και κατηγοριών που θα δεχθούν την επόμενη περίοδο. Οι παρεμβάσεις υψηλού προφίλ από διεθνείς συμμάχους του πρωθυπουργού – συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής επίσημης επίσκεψης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ – και η πιθανότητα εμφάνισης «σκανδάλων» που αφορούν νεοεκλεγμένους υποψηφίους της αντιπολίτευσης είναι υπαρκτές και θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων που τελικά θα καθορίσουν το αποτέλεσμα των εκλογών.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, το Fidesz έχει αποδειχθεί πρωτοπόρο στη χρήση καινοτόμων νομικών τεχνασμάτων και χειραγώγησης για πολιτικό όφελος. Τώρα, με τον κίνδυνο να είναι μεγαλύτερος από ποτέ, ο Ορμπαν είναι έτοιμος να δημιουργήσει νέα προηγούμενα προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία. Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι όλο και πιο ταραχώδεις, ενόψει των εκλογών που θα είναι καθοριστικές όχι μόνο για το μέλλον της ουγγρικής δημοκρατίας, αλλά και για το ευρύτερο ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Η Ζουζάνα Σελένι είναι ιδρυτική διευθύντρια της Ακαδημίας Ηγεσίας του Ινστιτούτου Δημοκρατίας στο Κεντρικό Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο, πρώην μέλος του ουγγρικού κοινοβουλίου και συγγραφέας του βιβλίου «Tainted Democracy: Viktor Orbán and Subversion of Democracy»