Ροντρικ Μπίτον στα ΝΕΑ: «Είμαι Σκωτσέζος, Βρετανός, Ελληνας και Ευρωπαίος»
Είχαμε δώσει ραντεβού στον «Βλάσση» των Ιλισίων την περασμένη βροχερή Δευτέρα. Και στην πρώτη μας συνεννόηση ακουγόταν πολύ σίγουρος για την τοποθεσία ώστε να μη χρειάζεται να πάρει ταξί. Εστω κι έτσι ήταν μια έκπληξη όταν κατά τη διάρκεια της συζήτησης μου αποκάλυπτε ότι η εξοικείωση με την περιοχή οφειλόταν σε μια προγενέστερη περίοδο της προσωπικής του διαδρομής. «Μαζί με τη δημοτική μουσική γνωρίζω την περίοδο του 1970 το ρεμπέτικο.
Με έναν φίλο μου εδώ στην Αθήνα, που είχε κι εκείνος μια μανία για τους ρεμπέτες, και άλλα τρία άτομα φτιάξαμε ένα συγκρότημα. Εγώ έπαιζα βιολί, άλλος τουμπερλέκι και θυμάμαι έναν αρχαιολόγο με ωραία φωνή. Οταν γίνονταν πάρτι στη [Βρετανική] Σχολή ή ανέβαιναν παραστάσεις, μουσική παίζαμε εμείς. Φτάσαμε μάλιστα να γυρίζουμε για κάποιους μήνες και στις ταβέρνες του Παγκρατίου, όπως και εδώ γύρω στα Ιλίσια. Οπότε είμαι παλιός θαμώνας της περιοχής».
Η αφήγηση προέρχεται από έναν Σκωτσέζο που στην περίοδο του Λυκείου επέλεξε Αρχαία Ελληνικά, «επειδή φαίνονταν πιο ζωντανή γλώσσα σε σχέση με τα Λατινικά». Εναν Βρετανό που μειδιά με ειρωνεία όταν μεταφέρει στον συνομιλητή του πως οι σημερινές σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης δίνουν αέρα στους υπέρμαχους τους Remain και όχι του Brexit. Εναν πολιτογραφημένο Ελληνα από το 2023, ύστερα από πρόταση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα.
Και έναν αμετανόητο Ευρωπαίο, που παρακολούθησε τις καταστροφές και τους θριάμβους της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στη μεταπολεμική περίοδο. «Αυτό είναι η Ευρώπη: οι πολλαπλές ταυτότητές μας και η συνείδηση ότι είμαστε όλοι ίσοι μπροστά στην ιστορία μας. Απ’ όπου και αν ξεκινήσει κανείς υπάρχει αυτή η δυνατότητα να συναντηθούμε. Ιδού εγώ, λοιπόν, όπως γράφει ο Ελύτης: είμαι ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από τη λεγόμενη “Αθήνα του Βορρά” και έφτασα στην πραγματική Αθήνα έχοντας ακαδημαϊκή και επαγγελματική έδρα στο Λονδίνο. Γι’ αυτό και στο επόμενο βιβλίο αναφέρω ότι αισθάνομαι Σκωτσέζος, Βρετανός, Ελληνας και, φυσικά, Ευρωπαίος».
Η αφορμή που επιλέξαμε για το γεύμα μας – με τα απολύτως απαραίτητα για το μεσημεριανό, ώστε να συνεχίσουμε τη δουλειά «με ελαφρύ στομάχι» – ήταν η πρόσφατη βράβευσή του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων από κοινού με τους νεοελληνιστές Ζακ Μπουσάρ, Βιτσέντζο Ρότολο και Μόσχο Μορφακίδη – Φυλακτό (τα άρθρα των οποίων ακολουθούν στην επόμενη σελίδα).
Η δική του αφορμή για ένα ακόμη πέρασμα από την Αθήνα, αλλά και τη Θεσσαλονίκη, ήταν οι εργασίες της Βρετανικής Σχολής Αθηνών όσον αφορά τον απολογισμό δράσεων του 2025. «Θα επιστρέψω σε λίγες μέρες στο Εδιμβούργο, αρχές Μαρτίου θα ξαναέρθω στην Αθήνα για την παρουσίαση της αναθεωρημένης έκδοσης του Πατάκη με τη βιογραφία Σεφέρη και στα τέλη Μαΐου θα πάω στο Μεσολόγγι για το Διεθνές Φοιτητικό Συνέδριο του Λόρδου Βύρωνα».
Ο απολογισμός της Βρετανικής Σχολής, όπου έχει εκλεγεί πρόεδρος το 2018, δεν είναι τόσο γραφειοκρατικός όσο ακούγεται. Ενίοτε στο πλαίσιό του φιλοξενούνται διαλέξεις με ειδικό ενδιαφέρον όπου αναδεικνύονται άγνωστα έργα με εμβέλεια πέρα από την κοινότητα των φιλελλήνων. Οπως ο «Τελευταίος άνθρωπος» της Μέρι Σέλεϊ, βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1826, στη σκιά του «Φρανκενστάιν». Ο συνομιλητής μου υπερθεματίζει για ένα δείγμα πρώιμης επιστημονικής φαντασίας, σύγχρονο μάλιστα της Εξόδου του Μεσολογγίου. «Είναι αυτές οι τρομερές συμπτώσεις της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Πόσοι ξέρουν ότι το βιβλίο διαδραματίζεται το 2090 μ.Χ.; Και ότι κατά την πλοκή μια επιδημία αφανίζει το ανθρώπινο γένος, ενώ κυριαρχούν τα πολιτικά πάθη και οι συνεχείς πόλεμοι; Μεταξύ των οποίων και ο πόλεμος της Ελλάδας για την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, την οποία όντως θα κερδίσει».
Ερωτας με την πρώτη ματιά
Με τη Βρετανική Σχολή τον συνδέει έτσι κι αλλιώς η εφηβική αποκάλυψη μιας ολόκληρης χώρας. Ο «έρωτας με την πρώτη ματιά» όπως λέει για την πρώτη επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1965, σε οικογενειακές διακοπές. «Φτάσαμε μέσω Βενετίας με αυτοκίνητο και για τις επόμενες 15 μέρες περάσαμε από Κέρκυρα, νησιά του Αργοσαρωνικού, Μύκονο, έως και Ρόδο. Νομίζω ότι οι εικόνες αυτές έπαιξαν τον ρόλο τους ώστε να επιλέξω αρχαία ελληνικά στο τότε Γυμνάσιο». Κι ύστερα, το 1972, πρωτοβρέθηκε στη Βρετανική Σχολή ως ανειδίκευτος προπτυχιακός βοηθός στην ανασκαφή του ανεξερεύνητου αρχοντικού στην Κνωσό. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς ολοκλήρωσε στη Βιβλιοθήκη του ιδρύματος την έρευνα της προπτυχιακής του διατριβής για τον Γιώργο Σεφέρη (άλλο ένα όνομα που θα «επισκεφτεί» στο μέλλον). Και το φθινόπωρο του 1973 επέστρεψε στην Αθήνα ως τακτικός φοιτητής της Σχολής, αρκετά έγκαιρα ώστε να προλάβει την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά και την αποκατάσταση της δημοκρατίας έναν χρόνο αργότερα. Το διδακτορικό του στο Κέμπριτζ το 1977 πάνω στη «Λαϊκή ποίηση της νεότερης Ελλάδας» θα βασιστεί ακριβώς στο υλικό που μελετούσε ως φοιτητής στην Αθήνα.
«Το περίεργο ήταν πως όσο μεγάλωνα στη Βρετανία οι Μπιτλς μου φαίνονταν αδιάφοροι, ενώ αντιθέτως κατά την ελληνική περίοδο ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις με ενθουσίασαν από το πρώτο άκουσμα. Και αν ισχύει αυτό που λένε, νομίζω ότι κράτησα πάντα μέσα μου εκείνη την πρώτη στιγμή που άκουσα τη μουσική τους. Βέβαια, η αίσθηση αυτή συνδέεται με την απόλυτη επιθυμία μου εκείνη την εποχή – την οποία μετέφερα με θράσος στον καθηγητή μου – να περάσω τα τρία χρόνια της διδακτορικής διατριβής στην Ελλάδα». Για χάρη της τελευταίας άλλωστε, και ενώ έχει σπουδάσει πιάνο και βιολί, θα περάσει πολλούς μήνες σε πανηγύρια και ελληνικά χωριά. «Το έχω σαν παράσημο ότι έφτασα μέχρι τον Ολυμπο της Καρπάθου, όταν το νησί δεν είχε καν ηλεκτρισμό. Εχω περάσει, καλή ώρα, την περίοδο των Αποκριών και της Καθαρής Δευτέρας ανάμεσα σ’ αυτή τη γιορτή με τις παραδοσιακές φορεσιές».
Μετά την ανακάλυψη της ελληνικής μουσικής Ανοιξης, τη δεκαετία του 1960, και των ρεμπέτικων τον περιμένει μία μεταδιδακτορική θέση στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ. «Είναι η εποχή την οποία συνδέω με τις ευκαιρίες μιας ολόκληρης γενιάς και με φίλους οι οποίοι θα αγαπήσουν εξίσου την Ελλάδα. Ανοίγουν θέσεις σε κάποια πανεπιστήμια και έτσι τέσσερις άνθρωποι που γνωριζόμαστε μεταξύ μας κάνουμε το επόμενο βήμα. Ο αείμνηστος Πίτερ Μάκριτζ αναλαμβάνει στην Οξφόρδη, η πολύτιμη Μάργκαρετ Αλεξίου στο Μπέρμιγχαμ, ο Ντέιβιντ Χόλτον στο Κέμπριτζ κι εγώ στο King’s College του Λονδίνου. Οπου μάλιστα άρχισα να διδάσκω την ημέρα που η Ελλάδα εντασσόταν στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα».
Ο μεγάλος σταθμός
Ο μεγάλος σταθμός με τον οποίο συνήθως τον συνδέουμε στα κατά καιρούς βιογραφικά είναι το 1988 και η ανάληψη της έδρας Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών «Αδαμάντιος Κοραής» στο King’s College. Θέση που θα διατηρήσει μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2018. Αυτό που ακούγεται πλέον ως ιστορικό ανέκδοτο είναι ότι ο Κοραής δεν ανήκε στη μεγάλη πινακοθήκη των προσωπικών του ηρώων. «Εγώ αγαπούσα τη λαϊκή δημοτική μουσική και ο Κοραής καθόλου – βρισκόταν στο άλλο άκρο. Εγραφε ότι είναι ντροπή για τους Ελληνες να ακούνε τον “Ερωτόκριτο”. Σιγά σιγά κατάλαβα ότι τα έβαζε με όλους και ότι όλοι τα έβαζαν μαζί του». Από εκείνη την περίοδο, ωστόσο, μένουν δύο μεγάλες ανακαλύψεις. «Ο Παπαδιαμάντης, που αποδεικνύεται ο καλύτερος όλων όταν πρόκειται για την καλλιέργεια όλου του φάσματος της ελληνικής γλώσσας. Και ο Μπάιρον, τον οποίο, όσο και αν ακούγεται παράδοξο, δεν τον είχα μελετήσει επαρκώς στη Βρετανία. Για να μην πω ότι ήταν σχεδόν άγνωστος στους κύκλους της αγγλικής λογοτεχνίας, τους οποίους ενδιέφεραν περισσότερο ο Κιτς και άλλοι ρομαντικοί».
Η ζωή του ως συνταξιούχου, όπως λέει αστειευόμενος, του έχει δώσει τον απαραίτητο χρόνο για να ασχολείται με το κρυφό «απωθημένο»: τη μεγάλη Ιστορία. Ηταν κάτι που φάνηκε στις εκδόσεις «Ελλάδα – η βιογραφία ενός σύγχρονου έθνους» (2020) και «Ελληνες – Μια παγκόσμια ιστορία» (2022), αμφότερα από τον Πατάκη. Στο πρώτο διάβαζε την ιστορία μιας συλλογικής ταυτότητας που συνόδευε το έθνος – κράτος. Στο δεύτερο επιχειρούσε ένα ταξίδι από την Εποχή του Χαλκού ως τις μέρες μας. Ο Μπίτον είναι ο επίδοξος μυθιστοριογράφος – είχε γράψει και ένα μυθιστόρημα στις αρχές του 1990, αλλά «πάει, πέρασε τώρα αυτό, μην το ξαναθυμόμαστε» – που αναζητά την ιστορία μέσα από τον αφηγηματικό λόγο. Και προσπαθεί συνεχώς να σβήσει τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη φιλολογία και την ιστοριογραφία. «Θυμάμαι τον φίλο μου, τον μεγάλο ιστορικό Ρίτσαρντ Κλογκ, που έλεγε ότι δεν έχει διαβάσει μυθιστορήματα και λογοτεχνία στη ζωή του. Εκείνος μάλιστα μου είπε για πρώτη φορά ήδη στη δεκαετία του 1980 ότι δεν υπάρχει μια καλή βιογραφία του Σεφέρη, ενώ θα έπρεπε. Από τότε νομίζω μου έμεινε η ιδέα. Κι όταν κάποτε αναρωτήθηκα τι θα μπορούσα να κάνω αν έμπαινα στα χωράφια του non fiction, η ιδέα επανήλθε. Αλλά δεν ήταν μόνο η ιστορία του Σεφέρη ως ποιητή. Ηταν και η ιστορία μιας χώρας σε μικρογραφία. Αυτήν έπρεπε να μάθω».
Η συνέχεια θα γραφτεί στα τέλη Μαρτίου, όταν από τις εκδόσεις Penguin αναμένεται το επόμενο βιβλίο του με τον τίτλο που όντως μιλάει από μόνος του: «Ευρώπη, μια καινούργια ιστορία». Ο υπότιτλος, πάλι, θα έλεγε περισσότερα, αλλά τελικά δεν επιλέχθηκε από τον εκδοτικό οίκο: «Από τον Μαραθώνα στη Μαριούπολη». «Τον ήθελα πολύ επειδή συμπυκνώνει όσα σκέφτομαι, αλλά και επειδή ξεκινάει από μια ελληνική πόλη και καταλήγει σε μια άλλη με έντονο ελληνικό στοιχείο δείχνοντας πόσα διακυβεύονται στην εποχή του εθνικού λαϊκισμού και των ισχυρών ηγετών».
Στο νεότερο βιβλίο η προοπτική της ευρωπαϊκής ιδέας συνεχίζει να είναι κυρίαρχη παρά τους κλυδωνισμούς που έχει δεχθεί. «Σκέφτηκα ότι η κοινή ιδέα που παραμένει σχετικά ανέπαφη – με όλες τις εξαιρέσεις – είναι η ισονομία, κατά την εκδοχή του Ηρόδοτου. Η αίσθηση ενός κράτους δικαίου που θέτει τους κανόνες για τη συλλογική ζωή. Ο κώδικας που ισχύει για όλους, φτωχούς και πλούσιους. Ακόμη και η Εκκλησία θα θεσπίσει τους δικούς της θρησκευτικούς κανόνες. Ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται ρομαντικό. Αλλά η ευρωπαϊκή ιδέα είναι αυτή που μας έφερε ως εδώ. Πιθανότατα είναι αυτή που μπορεί να μας βγάλει και στο μέλλον. Αρκεί να αφήσουμε πίσω κάποιους μύθους μας. Οταν με ρωτάνε κάποιοι φίλοι στην Αγγλία, τους θυμίζω την ουσία: δεν κέρδισε η Αγγλία τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά έχασε η Ευρώπη. Ως σύνολο».