Η μελωδία της ψυχής
Με τη βαθιά επιθυμία να δώσει φωνή σ’ αυτή τη «Γλυκιά γυναίκα», όπως είναι στο πρωτότυπο η νουβέλα του Φιόντορ Ντοστογέφσκι, ο Γιάννης Νταλιάνης έφτιαξε τη δική του «Ημερη». Χρησιμοποιώντας τον τίτλο με τον οποίο μας τη σύστησε θεατρικά ο Λευτέρης Βογιατζής στον μονόλογό του (Θέατρο Κυκλάδων, 2007, σκηνοθεσία Γιώργος Σκεύας) και προσθέτοντας τον υπότιτλο «Η ανατομία μιας πτώσης», πήρε στα χέρια του το πρωτότυπο κείμενο γραμμένο το 1876 και του έδωσε μια νέα ολοκληρωμένη διάσταση. Ανέσυρε το παρελθόν των ηρώων και συγχρόνως τους έκανε κοινωνούς του παρόντος και του μέλλοντος.
Γιατί τα θέματα που διαχειρίζεται ο κορυφαίος ρώσος δραματουργός, κι ας έχουν περάσει 150 χρόνια από τότε, συνομιλούν (επικίνδυνα) με το σήμερα. Αλλωστε αφετηρία ή και πηγή έμπνευσης για την «Ημερη» στάθηκε τόσο το ενδιαφέρον και οι σκέψεις του Ντοστογέφσκι για τη γυναίκα όσο και οι συχνές αυτοκτονίες γυναικών στα χρόνια του. Ο ίδιος άλλωστε στις σημειώσεις του για τη νουβέλα αναφέρει χαρακτηριστικές περιπτώσεις που απασχόλησαν τον Τύπο της εποχής και ίσως τον ενέπνευσαν.
Μέσα στον πάντα γοητευτικό και αρχιτεκτονικά επιβλητικό χώρο του Θησείου, έστησε τον κόσμο της ηρωίδας, του ενεχυροδανειστή συζύγου της και των προσώπων που ζουν ή ζούσαν κοντά τους, είτε ρεαλιστικά είτε νοερά. Αλλωστε η διασκευή του Γιάννη Νταλιάνη βασίζεται ακριβώς εκεί: στη βαθιά επιθυμία του ν’ ακουστεί η γυναίκα – εκείνη που παλεύει να ξεφύγει, που υποκύπτει ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο και τελικά παγιδεύεται μέσα σε όσα ήλπιζε ότι θα τη σώσουν. Κι αυτή η επιθυμία της είναι που τελικά την οδηγεί στην πτώση, σωματική, ηθική, υπαρξιακή.
Ξαπλωμένη πάνω στο γυάλινο τραπέζι – βιτρίνα του ενεχυροδανειστηρίου και το στρογγυλό της πράσινης τσόχας και της χαρτοπαιξίας, σκεπασμένη με ένα λευκό, διάφανο πέπλο, νεκρή, «ακούει» τον σύζυγό της να σκέφτεται και να μιλάει: «Εδώ και ώρες προσπαθώ να καταλάβω, να τα ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου, να δώσω μια εξήγηση». Και γι’ αυτό παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Ο Γιάννης Νταλιάνης διαχειρίστηκε με εξαιρετική μαεστρία και λεπτότητα, δίχως να προδώσει το πνεύμα και το γράμμα του Ντοστογέφσκι, αυτόν τον σχεδόν παραληρηματικό μονόλογο του ενεχυροδανειστή και τον μετέτρεψε σε θεατρικό κείμενο. Με κυρίαρχα πρόσωπα εκείνη και τον σύζυγό της, δίνει σκηνική ζωή στην υπηρέτρια (Λουκέρια) καθώς και στον αντεραστή και πρώην συνάδελφο του άντρα, Εφίμοβιτς. Μια φωνή, του ανακριτή, της συνείδησης (;) ο Δημήτρης Πιατάς, διακόπτει ανά στιγμές τις εξελίξεις, υπενθυμίζοντας πόσο βασανίζει τον ήρωα η εσωτερική του διαδρομή και πού θα καταλήξει.
Οι ερμηνείες
Ο σκηνοθέτης Νταλιάνης παραδίδει μια παράσταση με φυσική ροή, καίριες εναλλαγές και φωτεινές νησίδες, μια παράσταση που αναδεικνύει τις αρετές του κειμένου και τις δυνατότητες των ηθοποιών να υπηρετήσουν το όλον. Η Ιώβη Φραγκάτου δίνει με την Ημερη την καλύτερη ερμηνεία της, μακριά από κάθε υπερβολή και μέσα από μια ουσιαστική λιτότητα κι ένα βαθύ εσωτερικό αίσθημα. Η ηθοποιός κάνει όλη τη διαδρομή με συνέπεια και μας παίρνει μαζί της. Αλλοτε γλαφυρή και άλλοτε βυθισμένη στα εσωτερικά της σκοτάδια, σιωπά, εκρήγνυται, ακολουθώντας την πορεία της πτώσης της – αναπόφευκτα. Ο Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης, ο σύζυγος – ενεχυροδανειστής, σωτήρας και δήμιός της, είναι καίριος στον ρόλο του, με την ιδιαίτερη ερμηνευτική και κινησιολογική του γκάμα. Ουσιαστική η παρουσία της Δήμητρας Σταύρου (υπηρέτρια) όπως και εκείνη του Γιώργου Κορομπίλη ως αντεραστή.
Καθοριστική η εναλλαγή της μουσικής, με μοτίβα που διατρέχουν τον χρόνο, αυτή η «Ημερη» εκπέμπει τη μελωδία της ψυχής…