Ο μύθος του Ντουμπάι
Ξεκινώντας να γράφω αυτό το κείμενο, είχα τον τίτλο στο μυαλό μου. «Στο Ντουμπάι αδελφές μου, στο Ντουμπάι». Μια που το έγραψα, μια που ντράπηκα. Πρώτα απ’ όλα τον Τσέχοφ για το πώς έχουμε καταχραστεί, παραφράζοντάς τη, μια σπαρακτική φράση από το πιο σημαντικό, ίσως, έργο του, τις «Τρεις αδελφές», την έχουμε γελοιοποιήσει και απομακρύνει από το νόημά της. Και μετά ντράπηκα τον εαυτό μου για την καταφυγή σε κλισέ. Τι θέλω να πω; Το ότι έχουμε κατηγοριοποιήσει το Ντουμπάι ως τόπο «ειδικών αναγκών» και για «ειδικούς ταξιδιώτες». Μια «ινφλουενσεροχώρα» επίδειξης όπου το σημαινόμενο επικρατεί πλήρως του σημαίνοντος, καλλιεργώντας έτσι έναν μύθο που αντέχει αρκετά χρόνια πλέον.
Η επικαιρότητα των τελευταίων ημερών προκάλεσε, μεταξύ άλλων, και μια ανατροπή στερεοτύπων. Μα πανικός πολέμου στο Ντουμπάι; Χτύπημα από ιρανικό drone στο εμβληματικό κτίριο Burj Al Arab; Αυτό το «αρχιτεκτονικό θαύμα» που μοιάζει με ανοιχτό πανί ιστιοφόρου, εγκαινιάστηκε λίγες ημέρες πριν από το millennium και από τότε αποτελεί ένα είδος φάρου του πολυτελούς τουρισμού του; «Κάτι σαν την Ακρόπολη», όπως λένε κάποιοι (και δεν ντρέπονται μια στάλα); Σειρήνες στο εμιράτο της χλιδής; Περισσότερες από χίλιες εκρήξεις εκεί που μέχρι τώρα ακούγονταν μόνο οι «εκρήξεις» από τους φελλούς της σαμπάνιας; Στην πόλη του απόλυτου ροζ, των δωδεκάποντων τακουνιών, των «ενισχυμένων» χειλιών και της Ιωάννας Τούνη; Που μέχρι πριν από λίγους μήνες βλέπαμε ρεπορτάζ για τσάρτερ που φεύγανε τις Παρασκευές από το «Ελευθέριος Βενιζέλος», φορτωμένα με «ινφλουένσερς»; Εκεί που γίνονται τα ακατανόμαστα πάρτι;
Αυτό είναι το βασικό στερεότυπο από το οποίο εκπορεύονται διάφορα άλλα. Και η αλήθεια είναι ότι πάνω σε αυτό καλλιεργήθηκε η μανία με το Ντουμπάι ως μέρος εξωτικών και χλιδάτων διακοπών. Εκεί που δεν είναι μόνο τα νησιά τεχνητά, αλλά σχεδόν τα πάντα «φωνάζουν» την επί τούτου κατασκευή τους και η χλιδή παρουσιάζεται ως κανονικότητα. Και μέσα σε πολύ λίγα χρόνια, άνοιξαν στην περιοχή παραρτήματα οίκων πολυτελείας, πολυάστερων ξενοδοχείων, ακόμα και σπουδαίων μουσείων, για να ‘χουν κάπου να ξοδεύουν οι «εκατομμυριούχοι του ΠΣΚ». Ετσι χτίστηκε ο μύθος του Ντουμπάι που δεν ήταν απλώς μια μόδα των «χρυσών χρόνων» της Οικονομίας.
Η έκρηξη των σόσιαλ μίντια εκτόξευσε αυτόν τον μύθο ανάγοντάς τον στο απόλυτο φόντο για ινσταγκραμικές λήψεις. Χτιστά νύχια με κολλημένα μπιχλιμπίδια, σλικ μαλλιά, περίγραμμα στα χείλη και στο βάθος Ντουμπάι. Ή μπράτσα με τατουάζ, θυμωμένο ύφος, γκρούμινγκ όσο δεν παίρνει παραπάνω και στο βάθος πάλι Ντουμπάι. Πού πας, ρε Καραμήτρο ινφλουένσερ, χωρίς φωτό (έτσι τις λένε, ποτέ φωτογραφίες) από Ντουμπάι στα νώτα σου;
Η ανατροπή
Να όμως που η πραγματικότητα δεν χαρίζεται ούτε στους πιο καλοδουλεμένους τουριστικούς μύθους. Οι ινφλουένσερ έβγαλαν τις ψεύτικες βλεφαρίδες, το μακιγιάζ και τα εξτένσιον και έγιναν πολεμικές ανταποκρίτριες. Και το ελληνικό κοινό τις αντιμετώπισε με έναν απαξιωτικό και χλευαστικό τρόπο που θεωρώ ότι δεν αξίζει σε καμία γυναίκα ή άνδρα, όταν μάλιστα βρίσκεται υπό καθεστώς φόβου ή πανικού. Το ότι σκάει γύρω τους η τσιχλόφουσκα και έρχονται αυτά τα άτομα σε επαφή με την πραγματικότητα τα κάνει δε ακόμα πιο ευάλωτα.
Και πιο συγκινητικά όταν προσπαθούν να δείξουν με τις αναρτήσεις τους ότι η ζωή συνεχίζεται όσο πιο κανονικά γίνεται. Αυτό ξέρουν, αυτό κάνουν.
Δεν έχω πάει στο Ντουμπάι και ούτε θέλω να πάω. Από άποψη που θεωρώ ότι εδράζεται στην αισθητική. Μου αρέσει η υπέρλαμπρη αυτή «βρωμιά» που αφήνει στους τόπους και τους ανθρώπους ο χρόνος. Μου αρέσει και η πολυτέλεια, αλλά έχω μια εντελώς προσωπική άποψη για το πώς αυτή μεταφράζεται. Ξέρω όμως ανθρώπους που μένουν στο Ντουμπάι. Και ξέρω επίσης ότι το «τουριστικό προϊόν» σπάνια είναι απόλυτα συμβατό με τον ίδιο τον τόπο – ας σκεφτούμε την τουριστική εικόνα της Ελλάδας στη δεκαετία του 1960. Πίσω από κάθε γκλάμουρ βιτρίνα κρύβονται κι αυτοί που εργάζονται σκληρά ή με ρίσκο για τη στίλβωση της γκλαμουριάς. Ας είμαστε λοιπόν πιο επιεικείς.