«Μικρές ταπεινώσεις» που ανοίγουν το κουτί των αναμνήσεων
Ενα ιρλανδικό παραδοσιακό τραγούδι, μια μπαλάντα του Διονύση Σαββόπουλου, η αστική μελαγχολία της Αρλέτας και του Λουκιανού Κηλαηδόνη, η φιλοσοφία των λεπτών αποχρώσεων της Τζόνι Μίτσελ, η στοχαστική παρατήρηση του Τζορτζ Χάρισον δημιουργούν το τέλειο ηχητικό περιβάλλον σε μια παράσταση που ισορροπεί ανάμεσα στην εξομολόγηση και τη μνήμη. Οι «Μικρές ταπεινώσεις» που συνέθεσαν και παρουσιάζουν στη σκηνή του Baumstrasse κάθε Δευτέρα και Τρίτη οι εξαίρετοι καλλιτέχνες Πάνος Παπαδόπουλος και Νεφέλη Φασούλη, ανοίγουν το κουτί των αναμνήσεων με τον πιο τρυφερό τρόπο.
Πριν σβήσουν τα φώτα αντιλαμβάνεσαι ότι αυτές οι μικρές, σχεδόν αδιόρατες ταπεινώσεις, είναι κομμάτι μιας σχεδόν κοινής εμπειρίας. Μέχρι να κατέβεις τα σκαλιά ξέρεις ότι η ακριβέστερη λέξη για να περιγράψεις αυτό που είδες, άκουσες, ένιωσες, ίσως να είναι η «λύτρωση», το «μοίρασμα», η «απώλεια» και τόσες άλλες. Πέρα από τους γλωσσικές επιλογές ακούγοντας τις ημερολογιακές σημειώσεις, αυτές που αφηγούνται μια άλλη ζωή, βιώματα που μοιάζουν ξένα και ταυτόχρονα παράξενα οικεία.
Αποχαιρετισμός
«Επειτα από ένα τριήμερο ξημεροβράδιασμα από πόνους και βογκητά, μας άφησε με ένα αποχαιρετιστήριο των ματιών της. Σταμάτησαν οι πόνοι, ηρέμησε το πρόσωπό της, έκλεισε τα μάτια της μόνη της και ξεψύχησε. Αυτό ήταν και το τέλος της 40χρονης αρμονικής μας συμβίωσης. Ο Θεός να την αναπαύσει». Τον αποχαιρετισμό στην αγαπημένη του σύζυγο έτσι όπως τον κατέγραψε ο παππούς του Πάνου Παπαδόπουλου, Νίκος, στο ημερολόγιό του, επέλεξαν για έναρξη του ιδιαίτερου αυτού αναλογίου, αμέσως μετά τη διάφανη ερμηνεία από τη Νεφέλη Φασούλη του «Danny Boy».
Ανάμεσα τις εικόνες του ημερολογίου που μετέφεραν υπήρχαν εμβόλιμα και κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου, που κούμπωσαν μέσα σε αυτό το ιδιαίτερο περιβάλλον. Η συνοδεία των εμπνευσμένων αυτοσχεδιασμών του Κωστή Χριστοδούλου (πιάνο) και του Κίμωνα Καρούτζου (κοντραμπάσο) έντυσαν τη συνέχεια που ανέλαβε ο Πάνος Παπαδόπουλος. Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα ήταν κάτι σαν απάντηση – ας βάλει πάλι ο καθένας όποια άλλη λέξη πιστεύει ότι ταιριάζει καλύτερα – σε όσα ακολούθησαν. Στις στιγμές μιας ζωής βαλμένες σε μερικές σελίδες, που όσο πόνο και απόγνωση και αν έχουν, βρίσκει χώρο η υπόσχεση της αναγέννησης.
«Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς θα είναι η ζωή μας έπειτα από μας, σε διακόσια ή τριακόσια χρόνια. Οι άνθρωποι που θα έρθουν έπειτα από μας θα πετούν με αερόστατα, θα φορούν πολύχρωμα σακάκια και θ’ ανακαλύψουν ίσως μια έκτη αίσθηση και θα την καλλιεργήσουν. Ομως η ζωή θα παραμένει ίδια: κοπιαστική, μυστηριώδης και ευτυχισμένη. Υστερα από 1.000 χρόνια οι άνθρωποι θ’ αναστενάζουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο καθώς θα λένε “αχ τι δύσκολη που είναι η ζωή” μα θα φοβούνται όπως και σήμερα τον θάνατο και δεν θα θέλουν να πεθάνουν. Οχι μόνο ύστερα από 200 ή 300 αλλά και έπειτα από εκατομμύρια χρόνια η ζωή θα είναι ακριβώς όπως ήταν πάντα. Η ζωή δεν αλλάζει, παραμένει ίδια, ακολουθώντας τους δικούς της νόμους που εμάς δεν μας αφορούν ούτε θα μπορέσουμε ποτέ να ανιχνεύσουμε. Πάρτε για παράδειγμα τα αποδημητικά πουλιά. Οι γερανοί πετούν και πετούν, αδιάφορο αν περνούν από το κεφάλι τους υψηλές ή ασήμαντες σκέψεις. Πετούν και θα πετούν δίχως να ξέρουν για ποιον λόγο και για πού. Πετούν και θα πετούν ακόμα και αν υπάρχουν μερικοί φιλόσοφοι ανάμεσά τους. Εγώ δεν έχω αντίρρηση, ας φιλοσοφούν, αρκεί να πετούν».