Τα διδάγματα δύο πολέμων
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο πόλεμος κατά του Ιράν είναι δύο πολύ διαφορετικές συγκρούσεις. Ωστόσο, αν εξεταστούν μαζί, αποκαλύπτουν μια κοινή τάση: ο σύγχρονος πόλεμος δεν είναι πλέον απλώς μια σύγκρουση ένοπλων δυνάμεων στο πεδίο της μάχης. Είναι ολοένα και περισσότερο μια σύγκρουση πολλαπλών διαστάσεων: βιομηχανικών, τεχνολογικών, οικονομικών, κοινωνικών. Από τις δύο αυτές συγκρούσεις μπορούμε να αντλήσουμε ορισμένα διδάγματα.
Πόλεμοι εξακολουθούννα ξεκινούν χωρίς σαφή θεωρία νίκης
Η σημαντικότερη διαπίστωση είναι ότι κράτη εξακολουθούν να ξεκινούν πολέμους χωρίς σαφή θεωρία νίκης – δηλαδή χωρίς να έχουν απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: πώς η χρήση στρατιωτικής ισχύος θα μεταφραστεί σε πολιτικό αποτέλεσμα;
Η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία θεωρώντας ότι το αρχικό στρατιωτικό σοκ θα προκαλούσε ταχεία κατάρρευση της κυβέρνησης στο Κίεβο. Η Δύση περίμενε ότι η στρατιωτική υποστήριξη στην Ουκρανία σε συνδυασμό με τον οικονομικό πόλεμο κατά της Ρωσίας θα οδηγούσε στην κατάρρευση του καθεστώτος Πούτιν. Και οι δύο θεωρίες αποδείχθηκαν λανθασμένες.
Στην περίπτωση του Ιράν οι στόχοι παραμένουν ασαφείς. Κατά διαστήματα προβλήθηκαν διαφορετικοί στόχοι: καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος, αλλαγή καθεστώτος, αποδυνάμωση της χώρας. Καθένας από αυτούς απαιτεί διαφορετική στρατηγική. Το χάσμα ανάμεσα στη χρήση στρατιωτικής ισχύος και στη σαφή πολιτική στοχοθέτηση παραμένει βασικό πρόβλημα της σύγχρονης στρατηγικής.
Η υποτίμηση του αντιπάλου αποτελεί διαχρονικό λάθος
Η Ρωσία υποτίμησε την αντοχή και τη στρατιωτική ικανότητα της Ουκρανίας, αλλά και τη διάθεση της Δύσης να στηρίξει το Κίεβο. Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ φαίνεται να υποτίμησαν την ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος. Ο αποκεφαλισμός της ηγεσίας δεν οδήγησε ούτε στην κατάρρευση του κράτους ούτε σε λαϊκή εξέγερση. Οι στρατηγικές αποτυχίες συχνά ξεκινούν από λανθασμένες εκτιμήσεις για την ισχύ, την αποφασιστικότητα ή την ικανότητα προσαρμογής του αντιπάλου.
Η στρατιωτική επιτυχίαδεν μεταφράζεται εύκολα σε πολιτικό αποτέλεσμα
Η καταστροφή στρατιωτικών στόχων και υποδομών δεν οδηγεί αναγκαστικά σε παράδοση ή πολιτική υποταγή. Η Ουκρανία δεν κατέρρευσε μετά την αρχική ρωσική επίθεση. Αντίστοιχα, παρά τις εντυπωσιακές τακτικές επιτυχίες στο Ιράν, δεν υπάρχει ένδειξη ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα οδηγήσουν σε αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη ή άνευ όρων παράδοση.
Η βιομηχανική αντοχή επανέρχεται στο επίκεντρο
Οι πόλεμοι φθοράς μεταξύ αποφασισμένων αντιπάλων μετατρέπονται αναπόφευκτα σε βιομηχανικούς πολέμους. Η Ρωσία έχει πλεονέκτημα λόγω της βιομηχανικής της βάσης, ενώ η Ουκρανία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δυτικές αλυσίδες εφοδιασμού. Και στον πόλεμο κατά του Ιράν έχει τεθεί ήδη το ερώτημα κατά πόσο η βιομηχανική ικανότητα των εμπλεκομένων μπορεί να συντηρήσει για πολύ τον εντατικό ρυθμό επιχειρήσεων των πρώτων ημερών. Την Αθήνα θα πρέπει να προβληματίσει το γεγονός ότι η Τουρκία έχει επενδύσει στην ανάπτυξη μιας ισχυρής αμυντικής βιομηχανίας που καλύπτει το 70% των αναγκών της – ενώ η Ελλάδα, σε περίπτωση σύγκρουσης, θα εξαρτάται αποκλειστικά από αλυσίδες εφοδιασμού αμφίβολης αξιοπιστίας.
Τα φθηνά όπλα απειλούν τα ακριβά
Εχει αλλάξει η οικονομία του πολέμου. Μεγάλοι όγκοι φθηνών οπλικών συστημάτων μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογες απώλειες. Στον Περσικό Κόλπο, ιρανικά drones αξίας 20.000-30.000 δολαρίων υποχρεώνουν τους αμυνόμενους να χρησιμοποιήσουν αναχαιτιστικούς πυραύλους αξίας πολλών εκατομμυρίων. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος διαθέτει τα ισχυρότερα όπλα, αλλά ποιος επιβάλλει τον ευνοϊκότερο λόγο κόστους. Αυτό θα πρέπει να προβληματίσει την Αθήνα ως προς την επάρκεια του σχεδιαζόμενου «Θόλου του Αχιλλέα» απέναντι στην τουρκική υπερπαραγωγή βαλλιστικών πυραύλων και drones – ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη με ποια ταχύτητα καταστρέφονται οι αντιαεροπορικές και αντιβαλλιστικές άμυνες στις πρώτες ημέρες κάθε σύγχρονης σύγκρουσης.
Το πλεονέκτημα ανήκει σε όποιον προσαρμόζεται ταχύτερα
Η ουκρανική στρατιωτική μηχανή ανέπτυξε από νωρίς έναν μηχανισμό ταχείας καινοτομίας. Με τον χρόνο προσαρμόστηκε και η Ρωσία. Η ίδια δυναμική εμφανίζεται και στον πόλεμο με το Ιράν, όπου τακτικές, αντίμετρα και τεχνολογίες αναπροσαρμόζονται συνεχώς. Σε αυτό το περιβάλλον, η οργανωτική ευελιξία και η ικανότητα μάθησης και προσαρμογής κάτω από συνθήκες πίεσης είναι εξίσου σημαντικές με τον αριθμό των οπλικών συστημάτων.
Η ανθεκτικότητα των κοινωνιών είναι κρίσιμη
Η επιβίωση της Ουκρανίας δεν εξαρτήθηκε μόνο από τις ένοπλες δυνάμεις της, αλλά και από τη συνοχή και ανθεκτικότητα της κοινωνίας της. Ούτε η Ρωσία θα μπορούσε να συνεχίσει εάν η κοινωνία της δεν άντεχε τις μεγάλες απώλειες αυτού του πολέμου. Το ίδιο ερώτημα τίθεται και για το Ιράν: κατά πόσο οι πιέσεις του πολέμου θα αποδυναμώσουν ή αντιθέτως θα συσπειρώσουν το καθεστώς γύρω από μια αφήγηση πατριωτισμού και αντίστασης.
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει το τέμπο του πολέμου
Η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπει την ταχύτερη ανάλυση δεδομένων, την αυτόματη αναγνώριση στόχων και τη σύνθεση πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο. Ο χρόνος από τον εντοπισμό ενός στόχου μέχρι την προσβολή του μειώνεται δραματικά. Η ταχύτητα λήψης αποφάσεων αλλά και η ποιότητα αυτών των αποφάσεων γίνονται εξίσου σημαντικές με τη δύναμη πυρός. Η ΤΝ αποτελεί ισχυρό πολλαπλασιαστή ισχύος – και η Ελλάδα έχει δυστυχώς ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της σε αυτόν τον τομέα.
Οι στρατηγικές υποδομές οπλοποιούνται
Και στους δύο πολέμους οι ενεργειακές και οικονομικές υποδομές αποτελούν πλέον κεντρικούς στόχους. Λιμάνια, αεροδρόμια, τηλεπικοινωνίες, ενεργειακές εγκαταστάσεις, υδροηλεκτρικά φράγματα και εργοστάσια αφαλάτωσης έχουν όλα στοχοποιηθεί. Οι ζωτικές υποδομές έχουν μετατραπεί σε πεδίο μάχης – και η χώρα μας πρέπει να σχεδιάσει πώς θα συνεχίσει να λειτουργεί όταν οι υποδομές της στοχοποιηθούν.
Οι περιορισμοί στη χρήση βίας εξασθενούν
Παρατηρείται συστηματική διάβρωση των κανόνων του διεθνούς δικαίου που ρυθμίζουν τη χρήση βίας. Το κατώφλι έναρξης πολεμικών επιχειρήσεων έχει χαμηλώσει δραματικά, ενώ πληθαίνουν οι επιθέσεις κατά αμάχων και πολιτικών υποδομών. Η χρήση ένοπλης βίας θεωρείται πλέον κάτι το φυσιολογικό.
Το ελληνικό δίδαγμα: η ανθεκτικότητα ως στρατηγική προτεραιότητα
Αν έπρεπε να συνοψίσω σε ένα μόνο μάθημα την παραπάνω ανάλυση για την Ελλάδα, θα εστίαζα στην ανάγκη ανθεκτικότητας. Αυτό σημαίνει ότι η ανθεκτικότητα της κυβέρνησης – η ικανότητα να επιβιώνει, να λαμβάνει αποφάσεις, να τις επικοινωνεί και να τις εφαρμόζει σε συνθήκες πολέμου – αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Παράλληλα, η ενεργειακή ασφάλεια, τα συστήματα μεταφορών, τα επικοινωνιακά δίκτυα, η ψηφιακή θωράκιση, η επισιτιστική αυτάρκεια και η υγειονομική ετοιμότητα είναι κρίσιμα συστατικά στοιχεία της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας. Κράτη που δεν έχουν επενδύσει σε ανθεκτικότητα ανακαλύπτουν τις ελλείψεις τους όταν πλέον είναι πολύ αργά.
Ο Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων