Υποκλοπές: Γραμμή απαξίωσης από Μαξίμου – «Κλειδώνει» η μάχη κορυφής στη Βουλή
Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τη μάχη κορυφής στη Βουλή για το κράτος δικαίου στο φόντο της εμφατικής επαναφοράς του σκανδάλου των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων. Αυτή πυροδοτεί την πολιτική αντιπαράθεση και μεγενθύνει ειδικά τις αποστάσεις ΝΔ – ΠΑΣΟΚ.
Επικρατέστερη μέρα για τη σύγκρουση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών παραμένει η επόμενη Παρασκευή, 3 Απριλίου, αλλά επισήμως ο προγραμματισμός θα ανακοινωθεί την ερχόμενη Δευτέρα, αν όχι και σήμερα. Θα είναι η πρώτη φορά, ύστερα από την ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας για την υπόθεση των υποκλοπών, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κληθεί να απαντήσει στα πιεστικά ερωτήματα των πολιτικών αντιπάλων του, πρωτίστως βέβαια του Νίκου Ανδρουλάκη, και στο αναμενόμενο πυρ ομαδόν με δεδομένες τις αποκαλυπτικές εξελίξεις.
Από τη στιγμή που καθαρογράφηκε η πρωτοβάθμια απόφαση (σε συνολικά 1.930 σελίδες) ανοίγει ο δρόμος για την έναρξη νέων κύκλου προκαταρκτικών ερευνών. Αυτό ζήτησε άλλωστε το δικαστήριο, με κορωνίδα την έρευνα για κατασκοπεία.
Εξεταστική επιτροπή
Σε κοινοβουλευτικό επίπεδο προδιαγράφεται – το λιγότερο – η κατάθεση πρότασης εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ για σύσταση νέας εξεταστικής επιτροπής. Κι αυτό αναμένεται να γίνει μετά από τη συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών. Στην κυβέρνηση δεν ανοίγουν χαρτιά, λέγοντας απλώς ότι θα περιμένουν να διαβάσουν την πρόταση, όμως είναι σαφής η αρνητική προδιάθεση.
Φαίνεται από την κατηγορία που επιχειρεί να προσδώσει το Μαξίμου στην αντιπολίτευση ότι θέλει «μετατροπή της χώρας σε ένα απέραντο δικαστήριο», σύμφωνα με την πιο πρόσφατη αποστροφή του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη. Εφόσον η ΝΔ δεν δεχτεί την πρόταση, η αξιωματική αντιπολίτευση θα χρειαστεί τη θετική στάση των υπολοίπων κομμάτων και μερικών από τη δεξαμενή των ανεξάρτητων βουλευτών για τις αναγκαίες 120 ψήφους.
Μη απάντηση
Προς το παρόν το Μαξίμου εμμένει μάλλον αμήχανα στη… μη απάντηση στην εξέλιξη που δρομολογεί η δικαστική απόφαση. Κοινώς, προσπερνά τα περί ανοίγματος του φακέλου για διευρεύνηση τυχόν νέων προσώπων και τυχόν νέων αδικημάτων. Αναφέρει μονότονα ότι η υπόθεση είναι στα χέρια της Δικαιοσύνης και εξακολουθεί να οχυρώνεται πίσω τη διάταξη του Αρείου Πάγου (του καλοκαιριού του 2024), μιλώντας συνεχώς για «δύο συμπεράσματα, το ένα είναι ότι δεν υπήρχε ευθύνη κρατικού λειτουργού και το άλλο είναι ότι τέσσερις ιδιώτες έπρεπε να δικαστούν».
Σε αυτή την αρχική κυβερνητική γραμμή περί «ιδιωτών» και διάταξης στο «ανώτατο επίπεδο» έχει πια προστεθεί η γραμμή απαξίωσης ενός εκ των πρωτόδικα καταδικασθέντων, του ισραηλινού επιχειρηματία Ταλ Ντίλιαν: ο ιδρυτής της Intellexa, ύστερα από την πρώτη, βαριά αναφορά του (στο Mega stories) ότι για το κακόβουλο λογισμικό Predator συμβαλλόμενες είναι μόνο «κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου», επανήλθε (στο Mega και στο inside story) με ευθεία προειδοποιητική βολή ότι δεν θα γίνει «αποδιοπομπαίος τράγος» καθώς και με παραπομπές στο Γουότεργκεϊτ.
«Μπορεί να λέει ό,τι θέλει»
Από την κυβερνητική πλευρά καταγράφεται τα τελευταία 24ωρα συντονισμένη απόπειρα αποδόμησης στην κατεύθυνση ότι «κατηγορούμενος είναι, μπορεί να λέει ό,τι θέλει». Η επίσημη κυβερνητική φωνή χαρακτήρισε τον Ντίλιαν, χωρίς να τον κατονομάσει, ως ένα πρόσωπο που έχει τη θέση του κατηγορούμενου σε δεύτερο βαθμό. Και μιλώντας στο Mega (Live News) ο Παύλος Μαρινάκης χρέωσε στην αντιπολίτευση και ιδίως στο ΠΑΣΟΚ ότι υιοθετεί «τους ισχυρισμούς ενός κατηγορούμενου που έχει κάθε δικαίωμα να λέει ό,τι θέλει και όταν έρθει η ώρα της δίκης έχουν αξία αυτά που θα πει ενώπιον του δικαστηρίου, ως θέσφατα».
Στην ίδια κατεύθυνση τοποθετήθηκε ο Δημήτρης Καιριδης που παρέπεμψε επίσης στην επικείμενη συζήτηση στη Βουλή αλλά και σε «εκθέσεις διεθνών οργανισμών υπέρ της κυβέρνησης και του έργου της» σε ό,τι αφορά το κράτος δικαίου, δείχνοντας ουσιαστικά μια από τις γραμμές άμυνας που θα προσπαθήσει να χαράξει η κυβέρνηση.
Αλλα και ο Μακάριος Λαζαρίδης είπε (Παραπολιτικά 90,1) ότι ο Ντίλιαν «έχει πάρα πολλά χρόνια στην πλάτη του πρωτόδικα (…) καταλαβαίνετε ότι μπορεί να λέει ότι θέλει».
Όσο κι αν στην κυβέρνηση θέλουν να δείχνουν ότι δεν οδηγούνται σε θέση απολογούμενου, η επιστροφή της υπόθεσης στο προσκήνιο προκαλεί προβληματισμό και οι εξελίξεις παρακολουθούνται με προσοχή. Εξάλλου και εντός της ΝΔ υπάρχουν στελέχη που παραδέχονται στις κατ’ ίδιαν συνομιλίες τους ότι το συγκεκριμένο μέτωπο είναι ανοιχτό, υπό την έννοια, όπως υπονοούν, ότι δεν μπορούν να προβλεφθούν η έκταση και το περιεχόμενο τυχόν περαιτέρω αποκαλύψεων.