Ανάγνωση δημοσκόπησης
Ο Εντγκάρ Μορέν, ο φιλόσοφος που απήλθε πρόσφατα, έλεγε πως δύο είναι οι βασικές ασθένειες του ανθρώπινου μυαλού: η ανάγκη του για απόλυτες βεβαιότητες και η ροπή του προς τις αυταπάτες. Προηγήθηκε ο Τζέζαρε Παβέζε που υποστήριζε: «Η τέχνη του να ζεις είναι η τέχνη του πώς να πιστεύεις στα ψέματα». Ναι, το να πιστεύεις στα ψέματα είναι υψηλή τέχνη, προαιώνια, αναγκαία, που διδάσκεται κι εύκολα, ειδικά σε όσους έχουνε ταλέντο πρόσληψης κι απορροφητικότητα – και δεν είναι λίγοι.
Παρατηρώ μια οποιαδήποτε δημοσκόπηση των ημερών και καταλαβαίνω έμμεσα το πού πραγματικά ζούμε, και πόσο κατά λάθος (ή κατά τύχη) υπάρχουμε μέσα στην ψευδή αμεριμνησία μας· πως όλα αυτά τα κεκτημένα που ελάχιστα εκτιμώνται, μπορούν να εξαφανιστούν σε μια βδομάδα ή σε ένα λεπτό από λεβέντες που μισούν με πάθος τα σπλάχνα τους, τη χώρα, και την κοινωνία, ολόκληρη. Καθότι φαίνεται πως αρκετοί θα προτιμούσαν να βλέπουνε τα πάντα να καίγονται, εφόσον δεν είναι οι ίδιοι ή κάποιοι της αρεσκείας τους στην εξουσία – η αποστροφή που υπάρχει είναι αδικαιολόγητη κι απερίγραπτη, όπως βέβαια και ο συλλογικός αυτοκτονικός ιδεασμός. Δηλαδή, ευκαιρίας δοθείσης, αποθανέτω η ψυχή τους μετά των αλλοφύλων, ομοφυλοφίλων, ομοφύλων και υδροφίλων – ζήτω που καήκαμε, και ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά.
Το βλέπεις, επίσης, μαζοχιστικά να συμβαίνει (και διαρκώς βρίζοντας) στο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Στο χιλιοστό», όπου παρακολουθείς ανθρώπους μάλλον ερασιθάνατους να αποφασίζουν μέσα από τον υπνόσακο της ιδεολογίας (ποιας ιδεολογίας, μωρέ) την επιχωμάτωση της χώρας σε χρόνο μηδέν. Κι αυτό, διότι φοιτητές διάβασαν μισό βιβλίο του Μαρξ και άλλο μισό του Μαρκούζε και ήρθανε μετά, κρεμαστόβρακοι, φορείς της μεγάλης βεβαιότητας α λα Μορέν, να βγάλουνε τα απωθημένα τους σε όσους αισθάνονταν ότι με κάποιον τρόπο τα κατάφεραν, διότι δήθεν τους ευνόησε το σύστημα. Και παραλίγο, παρά γουρουνότριχα, να τα κατάφερναν κι αυτοί· οπότε θα παίρναμε τώρα εκατό ευρώ σύνταξη και θα ψάχναμε για καμιά καλή λεμονόκουπα, σκυφτοί μέσα στους κάδους της ένδειας.
Κι αντί αυτοί οι καπετάνιοι να έχουνε ήδη κρυφτεί κάπου από αισχύνη, να τοι πάλι μέσα στη δημοσκόπηση, να θέλουνε να ξανανεβούνε στο άλογο. Και υπάρχει ένας κάποιος κόσμος που ακόμα τους υποστηρίζει, διότι μάλλον συμβαίνει αυτό που λέγαμε: ίσως υπάρχουνε περιπτώσεις που σκέφτονται να καούν όλα, διότι κάποτε η γιαγιά τους πήγε εξορία στο Τρίκερι, και αρκεί να δούνε πάλι τον καραφλό υπουργό με τα πέτσινα να ακκίζεται στις Βρυξέλλες, τον ηγέτη, ως περιστρεφόμενος δερβίσης να κάνει στροφές 360 μοιρών, και τον άλλον να τρέχει, να ανοίξει το νομισματοκοπείο, για να κονομήσουμε κάνα δυο τάλιρα και να οργώσουμε τα Φάληρα. Τους βλέπεις στο ντοκιμαντέρ, μετά στις δημοσκοπήσεις, δεν πιστεύεις στα μάτια σου και λες: μήπως παρακολουθώ ταινία με κορεάτικα ζόμπι;
Και διακρίνεις, πια, και πιο εκλεπτυσμένους ανάμεσα στους οπαδούς – βλέπεις τον Νίκο Μαραντζίδη να υποστηρίζει εκείνο το σύστημα-μηχανισμό που τρώει πάντα τα παιδιά του με το παλιό κόλπο του πράκτορα: όλοι είναι πράκτορες στο τέλος και κανείς δεν γλιτώνει κι ευτυχώς που τον βγάλανε δήθεν ΜΙ6 – που είναι κάπως σικ, κι όχι τίποτα πιο μπανάλ, ας πούμε όργανο του Ράμα, ή των Σκοπιανών. Και να ευχαριστεί το αστικό σύστημα, διότι στο άλλο θα είχε ήδη εκτελεστεί έπειτα από λαϊκό δικαστήριο, αν δεν είχε σταλεί στα Καρπάθια, να μαζεύει με σουγιαδάκι ταξικά ραδίκια για καμιά δεκαετία. (Πάνω που πηγαίναμε να ξεχάσουμε αυτές τις ευγενείς πρακτικές, μας τις ξαναθύμισαν).
Η τέχνη του να ζεις, λοιπόν, είναι η τέχνη του να πιστεύεις στα ψέματα; Ναι, σε κάποιο ποσοστό πληθυσμού. Το βλέπεις, το συνειδητοποιείς διαρκώς παντού, και βέβαια στις δημοσκοπήσεις (έτσι γινότανε πάντα εξάλλου). Κάποιοι πάλι, και πάντα, καθόλου ξαφνικά, επενδύουνε στη νέα κ. Ελπίδα – ε, και τι περιμένεις, χριστιανέ μου; Να σου κατεβάσει τη μαϊμού απ’ το δέντρο μια καλοπροαίρετη (ας υποθέσουμε) κυρία, που όμως δεν έχει καμιά σχέση με την κόλαση της πολιτικής και τις καμπίσιες αλεπούδες του βιότοπου, επειδή απλώς αυτή η γυναίκα έχει καλές, ή κβαντικές προθέσεις;
Να, δες και ξαναδές παλιές και νέες δημοσκοπήσεις και αποδέξου τη συμπερίληψη και άλλες τέτοιες αηδίες, που πια, από συνήθεια τις θεωρούμε σχεδόν φυσιολογικές (τις δημοσκοπήσεις). Ενώ μελετώντας τες, διαπιστώνεις πως, όσο και να το κρύβεις από τον εαυτό σου, πρόκειται για έναν, σε κάποιον βαθμό, σαλταρισμένο λαό, για μάζες που (έστω κατά τη λανθασμένη κρίση σου) μάλλον έχουνε πλημμελή αντίληψη πραγματικότητας ή θέλουνε να πάρουνε κάποια εκδίκηση κατουρώντας σε λάθος δέντρο. Γενικώς, αρκετοί, θέλουνε να εκδικηθούν για κάτι που είναι άλλο από εκείνο που λένε και τρέχα τώρα εσύ να βρεις την άκρη.
Μεγάλη διδαχή, λοιπόν, οι δημοσκοπήσεις. Κι αν εγκύψεις με ειλικρίνεια σε αυτές θα πεις, επαναλαμβάνω, ότι αναδεικνύουν μια μάλλον διαταραγμένη κατάσταση – για να το διατυπώσεις ευγενικά, διπλωματικά, και με τρόπο. Ομως, έτσι ήτανε πάντα τα πράγματα, αλλά, τουλάχιστον, κι ευτυχώς, όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης, μας σώζει το ότι έχουμε γνωστικό Θεό. (Μέσα στη συμπεριληπτική τρέλα του).