Κι όμως η Ευρώπη κερδίζει
Ο πόλεμος που ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου του 2022 με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ξεπέρασε ήδη σε διάρκεια τις 1.567 ημέρες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της πρώτης γενικευμένης σύγκρουσης του 20ου αιώνα.
Η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, πυροδοτώντας τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση που έχει γνωρίσει η Ευρώπη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο πόλεμος μπήκε στο πέμπτο έτος, ορισμένα μέσα ενημέρωσης επιχείρησαν να κάνουν έναν αριθμητικό απολογισμό αυτού του πολέμου. Και σύμφωνα με τους «New York Times», οι οποίοι βασίζονται σε έκθεση του Center for Strategic and International Studies (CSIS), οι συνέπειες της ρωσικής επίθεσης είναι συγκλονιστικές.
Στο ανθρωπιστικό επίπεδο, η έκθεση εκτιμά σε 1,8 εκατομμύρια τον αριθμό των Ρώσων και Ουκρανών στρατιωτών που σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή αγνοούνται από την έναρξη της ρωσικής εισβολής το 2022. Οι απώλειες είναι μεγαλύτερες στη ρωσική πλευρά, με σχεδόν 325.000 να έχουν σκοτωθεί μεταξύ Φεβρουαρίου 2022 και Δεκεμβρίου 2025, έναντι 100.000 έως 140.000 στην ουκρανική πλευρά.
Στο υλικό επίπεδο, η Unicef αναφέρει περισσότερα από 1.700 σχολεία που έχουν υποστεί μεγάλες ζημιές ή έχουν καταστραφεί στην Ουκρανία και βεβαιώνει ότι το ένα τρίτο των παιδιών της Ουκρανίας παραμένουν εκτοπισμένα.
Στο πεδίο της μάχης, ο χρόνος δεν λειτουργεί πλέον υπέρ της Ρωσίας, η οποία χάνει χρήματα, άνδρες και δυναμική. Στο επίπεδο της οικονομίας, οι δυτικές κυρώσεις έχουν ήδη κοστίσει στη Μόσχα περίπου 1,2 έως 1,5 τρισ. δολάρια. Αργά αλλά σταθερά η Ευρώπη γκρεμίζει τα θεμέλια της πολεμικής οικονομίας της Ρωσίας. Γιατί όντως, η ρωσική οικονομία στηρίζεται πια μόνο στον πόλεμο κι ας υποστηρίζει το αντίθετο η προπαγάνδα του Κρεμλίνου. Πήρε κάποιες ανάσες με τον πόλεμο του Τραμπ στο Ιράν και την κρίση των Στενών του Ορμούζ αλλά δεν είναι αρκετές.
Σήμερα, η διάσταση της σύγκρουσης έχει επεκταθεί πολύ πέρα από τη γραμμή του μετώπου με ρωσικά drones να καταρρίπτονται στη Λιθουανία ή στη Ρουμανία. Στο πολεμικό μέτωπο, οι Ουκρανοί δεν χάνουν, οι Ρώσοι δεν κερδίζουν και φαίνεται πως δεν γνωρίζουν πλέον πώς να κερδίσουν καθώς τα κρίσιμα στοιχεία είναι η αντοχή, η προσαρμοστικότητα και η τεχνολογία, έγραφε πρόσφατα η Αν Απλμπάουμ στο Atlantic.
Οσο για την Ευρώπη, έχει πλέον ξυπνήσει και αποφεύγει μάλλον με ψυχραιμία την «ταπείνωση της αδράνειας» που βίωνε το προηγούμενο διάστημα. Η γεωπολιτική της «ενηλικίωση» υλοποιείται με στρατηγική ψυχραιμία και η Ουκρανία παραμένει η πρώτη γραμμή άμυνας στον ρωσικό αναθεωρητικό επεκτατισμό.
Αν και σε εμπόλεμη κατάσταση, η Ουκρανία βλέπει μαζί με τη Μολδαβία να ανοίγει η διαδικασία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες μετά και την εξαφάνιση του ουγγρικού βέτο που χρησιμοποιούσε διαρκώς ο Ορμπαν εξυπηρετώντας τα ρωσικά συμφέροντα. Χώρες όπως η Νορβηγία και η Ισλανδία που δεν τις ενδιέφερε η ευρωπαϊκή ενοποίηση δείχνουν πλέον να επιθυμούν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Η Μεγάλη Βρετανία, δέκα χρόνια μετά το Brexit, είναι ήδη σε στενή σχέση τόσο με τις Βρυξέλλες, όσο και με Παρίσι και Βερολίνο. Τέλος, τα Δυτικά Βαλκάνια βλέπουν να υπάρχει μια ενίσχυση της ευρωπαϊκής προοπτικής τους.
Η ευρωπαϊκή ενοποίηση των πολλών ταχυτήτων, ίσως στο τέλος αυτού του πολέμου να είναι ο μεγάλος κερδισμένος. Η Ευρωπαϊκή Ενωση στον πυρήνα του ευρωπαϊκού σχεδίου θα παραμείνει μια κοινότητα αξιών που θα στηρίζεται και σε έναν πυλώνα ισχύος.
Γιατί όπως είπε και ο Πάπας Λέων, σε καιρούς πολιτικής σύγχυσης, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση παραμένει ένα σπουδαίο εγχείρημα, δώρο στην ανθρωπότητα.
Ο Σωτήρης Ντάλης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, πρόεδρος Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.