ΠΑΣΟΚ – ΕΛΑΣ: Με δύο γραμμές και στα εθνικά
Τα θαλάσσια πάρκα που ανακήρυξε η Αγκυρα στο Αιγαίο ήταν ένα ζήτημα στο οποίο, θεωρητικά, ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ θα έπρεπε να μιλήσουν με μία φωνή. Και οι δύο καταδίκασαν την κίνηση ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Και οι δύο κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι το αφήγημα των «ήρεμων νερών» κατέρρευσε. Κι όμως, διαβάζοντας προσεκτικά τις δύο ανακοινώσεις, προκύπτει κάτι πιο ενδιαφέρον. Τα εθνικά θέματα είναι ένα πεδίο που φαίνονται πιο καθαρά οι διαφορές ύφους, τα κοινά απεύθυνσης και τα διαφορετικά βάρη των δύο κομμάτων, που χαρακτηρίζουν εν πολλοίς τον μεταξύ τους ανταγωνισμό.
Σε ό,τι αφορά τα πάρκα, ενδεικτικά, ο Κώστας Τσουκαλάς, εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ, μίλησε τη γλώσσα της θεσμικής σοβαρότητας με την οποία το ΠΑΣΟΚ επιμένει σε όλα τα ζητήματα άμυνας και διπλωματίας. Διεθνές δίκαιο, ΕΕ, κυρώσεις, «κόκκινες γραμμές» και ένα κλείσιμο με άρωμα εκλογικό. «Ο ελληνικός λαός, με την ψήφο στο ΠΑΣΟΚ, θα εγγυηθεί μια άλλη εξωτερική πολιτική». Είναι η γλώσσα ενός κόμματος που θέλει να μιλά σε ανθρώπους που ήδη αναρωτιούνται ποιος θα κυβερνούσε καλύτερα (όχι ποιος έχει δίκιο ιδεολογικά) και που υπενθυμίζει, με τακτ, ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μακρά ιστορία στο πεδίο που αναφέρεται. Αυτό είναι συνεπές με τη γενικότερη στρατηγική του Νίκου Ανδρουλάκη να εμφανίζεται το ΠΑΣΟΚ ως αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνηση με τρόπο που δεν θα αποξενώνει και τα «κεντρώα ακροατήρια», αυτούς που είναι απογοητευμένα από τη ΝΔ αλλά επιφυλακτικοί απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα.
Υπόνοια συνενοχής
Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, από την άλλη, επιλέγει συχνά μια πιο αφηγηματική γλώσσα, που θέλει να παραπέμπει στην Αριστερά αλλά με οριοθετημένο τρόπο. Για το συγκεκριμένο θέμα, ας πούμε, σύνδεσε τα θαλάσσια πάρκα της Τουρκίας με μια ευρύτερη ιστορία αναβαθμίσεων κι «ανταλλαγμάτων» («Συμφωνία της Μέκκας», αναβάθμιση στο ΝΑΤΟ, αμερικανικοί και ευρωπαϊκοί εξοπλισμοί) που, σύμφωνα με το κόμμα, πήρε η Τουρκία χάρη στην ανοχή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Δεν είναι απλώς κριτική ανικανότητας, είναι υπόνοια συνενοχής. Είναι ρητορική πιο κοντά σε αφήγημα «καθεστώτος», που θυμίζει τη γλώσσα του ίδιου του Τσίπρα για «υποτακτική» εξωτερική πολιτική. Ενώ το ρητό αίτημα επιστροφής σε διερευνητικές επαφές για τα ελληνοτουρκικά λειτουργεί και ως παραπομπή στη γραμμή της περιόδου 2015-2019, την οποία η σημερινή κυβέρνηση προχώρησε αλλά, κατόπιν, εγκατέλειψε για λόγους πολιτικού κόστους.
Το ΠΑΣΟΚ αποφεύγει επιμελώς κάθε αναφορά σε διάλογο ή διερευνητικές επαφές, ίσως ακριβώς για να μη φανεί «μαλακό» απέναντι στην Τουρκία. Η ΕΛΑΣ αποφεύγει το ευθύ εκλογικό κάλεσμα, προτιμώντας να αντισταθμίσει την εικόνα λαϊκισμού που της αποδίδουν αντίπαλοι.
Κοινό πρόβλημα
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι κοινό. Και τα δύο κόμματα έχουν κυβερνητική εμπειρία, ο Τσίπρας προσωπική, το ΠΑΣΟΚ ιστορική. Αυτό έχει τα υπέρ και τα κατά του για την ΕΛΑΣ, το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τους Ανδρουλάκη και Τσίπρα προσωπικά, με πολύ διαφορετικό τρόπο.
Κάθε διατύπωση θέσης τους, λοιπόν, πρέπει να περνάει πάντα από ζυγοστάθμιση. Αυτό είναι ξεκάθαρο στην αντιπολίτευση π.χ. για τα εξοπλιστικά, αφού κανένα από τα δύο κόμματα δεν μπορεί (και δεν θέλει) να βγει απέναντι αρνητικά. Και δημιουργεί ενδιαφέροντα διλήμματα. Ενδεικτικά, το ΠΑΣΟΚ είχε ψηφίσει το 2021 την αποστολή των Patriot στη Σαουδική Αραβία, άρα τώρα κατανοεί ότι οφείλει να εξηγεί σοβαρά γιατί τους ζητά πίσω. Ή, σε άλλο παράδειγμα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχε ξεκινήσει τη διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τα F-35, οπότε η κριτική δεν μπορεί να παραπέμπει στο «μηδέν ευρώ για εξοπλισμούς» των κινηματικών συνθημάτων.
Οι ιδεολογικές διαφορές φαίνονται, λοιπόν, λεπτές, αλλά είναι πολιτικά καθοριστικές για την επιβίωσή τους. Αφορά ποιος είναι πιο αξιόπιστος διαχειριστής μιας εθνικής κρίσης, χωρίς να μοιάζει ούτε υποτακτικός στη ΝΔ ούτε ανεύθυνος λαϊκιστής.