Τα όρια της αλαζονείας
Η ομιλία του αμερικανού προέδρου από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ σχολιάστηκε εκτεταμένα, πρωτίστως για τις ρητορικές αποστροφές που παρέπεμπαν σε μια εικόνα αμερικανικής παντοδυναμίας και την προβολή μιας ισχύος που μόνο αυτή μπορεί να αποφασίζει εάν θα καταστρέψει έναν πολιτισμό ή θα προχωρήσει σε μια συμφωνία που θα φέρει διαρκή ειρήνη, σε ένα στίγμα συμβολικά εντελώς αναντίστοιχο με τον ίδιο τον χώρο όπου δινόταν η ομιλία, δηλαδή τον βασικό διεθνή θεσμό που υποτίθεται ότι σκοπό έχει να προωθήσει τη συνεννόηση και την αποφυγή μονομερών ενεργειών.
Βεβαίως την ίδια στιγμή, η ίδια η αμερικανική διπλωματική πρακτική παραπέμπει σε μία αρκετά διαφορετική πραγματικότητα. Οι ΗΠΑ παραμένουν σε μια διαρκή διαπραγμάτευση με το Ιράν, ενώ ξεκινά μια επίσκεψη του κινέζου προέδρου στις ΗΠΑ, που βασικό σκοπό έχει να αποτυπώσει τουλάχιστον μια ανακωχή σε έναν εμπορικό πόλεμο που εάν ποτέ ξεδιπλωθεί πλήρως θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την παγκόσμια, αλλά και την αμερικανική οικονομία.
Ολα αυτά μας φέρνουν στην ουσιαστική αντίφαση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σήμερα. Δηλαδή, το γεγονός ότι αυτή η προβολή, με κάθε δυνατό τρόπο, μιας ισχύος που δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό και έλεγχο και μπορεί να αποφασίζει μονομερώς κάθε λογής τιμωρητικές πρακτικές – και μάλιστα χωρίς καμία υποχρέωση συνεννόησης με άλλες χώρες ή αναζήτησης νομιμοποίησης από οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ – συμπίπτει με μια εποχή που οι ΗΠΑ, στην πράξη, συνειδητοποιούν ότι ο πραγματικός διεθνής συσχετισμός δύναμης, τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά, έχει απομακρυνθεί αμετάκλητα από εκείνη την αίσθηση πλήρους και αδιαμφισβήτητης ισχύος που μπορεί να δινόταν στη δεκαετία του 1990, ή ακόμη και στην αρχή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Από την πραγματική ισχύ της Κίνας έως την οικονομική άνοδο μιας σειράς άλλων χωρών, έως το ίδιο το γεγονός ότι – ανεξαρτήτως ρητορικών εξάρσεων – ο πόλεμος εναντίον του Ιράν αποδεικνύεται ένας πόλεμος που οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κερδίσουν, είναι πολλά τα σημάδια ότι ο κόσμος γίνεται ολοένα και περισσότερο πολυπολικός και μακριά από οποιαδήποτε εικόνα μονοκρατορίας.
Προφανώς και η πολυπολικότητα από μόνη της δεν σημαίνει σταθερότητα (σε αντίθεση, ως ένα βαθμό, με την ψυχροπολεμική διπολικότητα που έθετε όρια), αλλά εμπεριέχει και το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερης αποσταθεροποίησης και καθόδου σε πολύ μεγαλύτερη συγκρουσιακότητα. Γι’ αυτό και θα περίμενε κανείς ότι αυτό θα ήταν μια ευκαιρία για την Ευρώπη – τουλάχιστον εάν πιστέψουμε τις υποτιθέμενες καταστατικές αρχές της – να αποτελέσει τον πόλο που θα προσπαθούσε να ανακόψει την κάθοδο στο χάος και να επαναφέρει την έννοια των κανόνων στη διεθνή σκηνή. Αντί γι’ αυτό φαίνεται ότι το μόνο στο οποίο συναινεί ένα ευρωπαϊκό πολιτικό προσωπικό που αντιμετωπίζει μια ολοένα και μεγαλύτερη κρίση νομιμοποίησης είναι η όλο και πιο εντατική πολεμική προετοιμασία και κινητοποίηση, δηλαδή το πέρασμα από την κρίση στην καταστροφή.