Ανάπαυλα στον ανταγωνισμό
Οι σύνοδοι κορυφής τείνουν να καταστούν σημαντικό γνώρισμα των σινοαμερικανικών σχέσεων. Το 2026 οι πρόεδροι των ΗΠΑ και της Κίνας έχουν ήδη συναντηθεί δύο φορές και είναι πιθανό να παρευρεθούν μαζί σε άλλες δύο πολυμερείς συνόδους έως το τέλος του χρόνου. Αυτό το φορμάτ ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προτιμά τις προσωπικές συνεννοήσεις με ξένους ηγέτες, ενώ παγίως υποβαθμίζει τον ρόλο των αρμόδιων κρατικών θεσμών και υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, ο Σι Τζινπίνγκ έχει ξεπεράσει όλους τους προκατόχους του ως προς τις επισκέψεις του στο εξωτερικό και τον αριθμό των αρχηγών κράτους που έχει υποδεχθεί στο Πεκίνο.
Τον περασμένο Μάιο ο κινέζος πρόεδρος φιλοξένησε τον αμερικανό ομόλογό του στα άδυτα του μεγάρου Ζονανχάι, μια χειρονομία καλής θέλησης που σαφώς εκτιμήθηκε από τον Τραμπ. Τώρα ήταν η σειρά του να προσφέρει στον επισκέπτη του ένα ιδιαίτερα αναβαθμισμένο διπλωματικό πρωτόκολλο.
Εκτός από την υποδοχή στη βάση Αντριους, με στρατιωτικό άγημα, κανονιοβολισμούς και υπερπτήσεις μαχητικών αεροσκαφών, η επίσημη συνάντησή τους πραγματοποιήθηκε στον Λευκό Οίκο, ενώ το 2017 είχε υποδεχθεί τον Σι Τζινπίνγκ στο προσωπικό του κτήμα στο Μαρ α Λάγκο.
Είναι προφανές ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναγνωρίζει πλέον τον κινέζο ομόλογό του ως ισότιμο συνομιλητή. Ηταν εντυπωσιακά θετικός ο τόνος του Τραμπ για την «θρυλική» Κίνα, ενώ και ο Σι επιδόθηκε σε ασυνήθιστες γι’ αυτόν αβρότητες, αναφερόμενος στις «όμορφες Ηνωμένες Πολιτείες» και δηλώνοντας ότι με τον αμερικανό πρόεδρο έχουν αναπτύξει «προσωπική σχέση».
Επί της ουσίας, οι δύο πλευρές δείχνουν να τηρούν την συμφωνία του περασμένου Μαΐου για «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα», καθώς αμφότερες αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις. Οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί σε αδιέξοδη στρατιωτική περιπέτεια στη Μέση Ανατολή, ο Τραμπ αντιμετωπίζει ενδιάμεσες εκλογές τον ερχόμενο Νοέμβριο και η πολιτική του κυριαρχία στο εσωτερικό της χώρας υφίσταται μετρήσιμη φθορά. Ο Σι Τζινπίνγκ φαίνεται να βρίσκεται σε καλύτερη θέση, αλλά η Κίνα είναι πολύ εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές και οι αναταράξεις των τελευταίων ετών προκαλούν σοβαρό πονοκέφαλο στην ηγεσία της. Το συνεχώς αυξανόμενο κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα είναι αποτέλεσμα του προβληματικού οικονομικού μοντέλου της χώρας και κατ’ ουσίαν εξάγει τα εσωτερικά της προβλήματα. Κατά τρόπο ειρωνικό, και οι δύο δυνάμεις απεύχονται την όξυνση των σχέσεών τους στην σημερινή συγκυρία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα εξαλειφθούν ως διά μαγείας τα αγκάθια στην σινοαμερικανική ατζέντα. Π.χ. ο Σι δεν παρέλειψε να εκφράσει την ελπίδα του «οι κινεζικές επιχειρήσεις να τύχουν δίκαιης μεταχείρισης στις ΗΠΑ» και ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο δυνάμεων να είναι «υγιής». Ο Τραμπ δεν είναι ευχαριστημένος με την τακτική της Κίνας να εξάγει στις ΗΠΑ σπάνιες γαίες με το σταγονόμετρο. Ενα από τα σημαντικά θέματα στις συνομιλίες ήταν η τεχνητή «υπερνοημοσύνη» (superintelligence) – όπως την αποκάλεσε ο Τραμπ – και ο αδυσώπητος τεχνολογικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών. Ενώ δεν είναι σαφές με πόση ένταση αναφέρθηκε η κινεζική πλευρά στην Ταϊβάν, το ζήτημα αυτό παραμένει η υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα για το Πεκίνο. Δεδομένης της προοπτικής να έχει άλλες δύο συναντήσεις με τον κινέζο ομόλογό του εντός του έτους, δεν αποκλείεται ο Τραμπ να αναβάλει εκ νέου την παράδοση οπλικών συστημάτων στην αυτοδιοικούμενη νήσο. Πάντως, είναι σαφές ότι ΗΠΑ και Κίνα επιχειρούν να διαχειριστούν τις μεταξύ τους εντάσεις, χωρίς να υποχωρούν από τον στρατηγικό ανταγωνισμό τους.
O Πλάμεν Τόντσεφ είναι επικεφαλής του τμήματος Ασιατικών Σπουδών στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)