Μετρήσεις από την αρχή
Οι ερμηνείες είναι πολλές, όπως και τα ερωτήματα που «τρέχουν» από χθες, μετά τη δημόσια υπόδειξη από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ενός εκλογικού πήχη, που θα νομιμοποιεί όποιους – εντός ή εκτός ΝΔ – θέσουν ζήτημα για τη δική του θέση στην πρωθυπουργία και την κομματική ηγεσία.
Εάν πρόκειται για αναφορά εν τη ρύμη του λόγου, θα μπορούσε να καταγραφεί ως αστοχία που ανοίγει μια συζήτηση διόλου χρήσιμη σε μια προεκλογική αφετηρία. Αλλά ελάχιστοι θεωρούν ότι ο Πρωθυπουργός δεν είχε μια έτοιμη απάντηση σε όσους, στο προσκήνιο και το παρασκήνιο, μετρούν τα ποσοστά που ανοίγουν τον δρόμο για αλλαγή φρουράς στη ΝΔ, συνεπώς και στο Μαξίμου.
Η ερώτηση, άλλωστε (στον ραδιοφωνικό ΣΚΑΪ), είχε να κάνει με τα σενάρια για αλλαγή Πρωθυπουργού «εν κινήσει». Και η απάντηση συνοδεύτηκε από έναν αριθμό που διαμορφώνει πλέον μια εικόνα, προσφέροντας και υλικό για νέες αναλύσεις – στα καφενεία, στα σαλόνια και τα τηλεοπτικά «παράθυρα».
Μια πρώτη ερμηνεία για το σχόλιο Μητσοτάκη – «αν έπαιρνα 25% στις εκλογές, καλά θα τα έλεγαν αυτά…» – είναι ότι ο Πρωθυπουργός μιλάει εκ του ασφαλούς, επειδή οι δημοσκοπήσεις τον οδηγούν σε αυτή τη φάση στα όρια του 30%. Εν ολίγοις, υπέδειξε ένα ποσοστό που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και το οποίο η ΝΔ υπερβαίνει σε επίπεδα που συντηρούν την πολιτική κυριαρχία της. Αρα, ακόμη και χωρίς αυτοδυναμία, ο ίδιος και το κόμμα του θα είναι οι μεγάλοι νικητές και δεν έχει νόημα καμία άλλη συζήτηση.
Η δεύτερη ερμηνεία μπορεί να συνδεθεί με την παραδοχή μιας κατάστασης που δείχνει μάλλον αυτονόητη, εάν η ΝΔ κινηθεί στα όρια του πρωθυπουργικού πήχη. Ενα κόμμα που δεν ξεπερνά το 25% έχει απολέσει το εκλογικό μπόνους του πρώτου κόμματος και αρχίζει να κινείται πλέον σε περιορισμένη τροχιά, ακόμη και αν διατηρεί απόσταση από το δεύτερο κόμμα. Σε μια τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων, όχι μόνον η ΝΔ θα πρέπει να αναζητήσει τον επόμενο αρχηγό, αλλά ούτε ο ίδιος ο Μητσοτάκης κρίνει ότι υπάρχει λόγος να συνεχίσει.
Η τρίτη ερμηνεία έχει να κάνει με ένα μήνυμα σε πιθανούς μελλοντικούς εταίρους, αλλά και σε εκείνους στο εσωκομματικό πεδίο, που βάζουν ήδη τον δικό τους πήχη κάτω από τον οποίο η κυβέρνηση συνεργασίας θα πρέπει να κινηθεί με άλλον στο τιμόνι.
Θα μπορούσε, εν ολίγοις, η χθεσινή απόκριση Μητσοτάκη να είναι και μια απάντηση σε όσους αναζητούν άλλον πρωθυπουργό με μια ΝΔ στο 28%, στο 29% ή ακόμη και στο 30%. Οπως και σε εκείνους που εκτιμούν ότι με ανάλογα ποσοστά, ανοίγει σχεδόν αναγκαστικά στη ΝΔ θέμα ηγεσίας. Ο πήχης που βάζει ο Πρωθυπουργός δείχνει μια διαφοροποίηση από αρκετούς προκατόχους του που, ανεξαρτήτως ποσοστού, είχαν κινηθεί με τη λογική «άμα χάσω, φεύγω».
Εκείνοι, βέβαια, ακολουθούσαν αυτή την οδό σε ένα σκηνικό δικομματισμού που εξασφάλιζε αυτοδυναμία στο πρώτο κόμμα, ενώ ο Μητσοτάκης μπορεί να κληθεί να διαχειριστεί μια κατάσταση στην οποία θα καταγράφεται ότι εκείνος πέρασε κάτω από τον πήχη, ενώ το κόμμα του παρέμεινε πρώτο και κραταιό. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε, αναμφίβολα, σε μια ασυνήθιστη πολιτική κατάσταση.
Κομματικοί παράγοντες, που επίσης αναζητούν τους λόγους που οδήγησαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη να θέσει τα δικά του όρια, εστιάζουν και σε μια άλλη αναφορά που μπορεί να κρύβει περισσότερα από μια παραδοχή.
Μιλώντας για το χρέος που «εκτινάχθηκε» μεν για πρώτη φορά επί Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80 και στη συνέχεια καμία κυβέρνηση δεν μπόρεσε να ελέγξει, ο Πρωθυπουργός συνηγόρησε ότι αυτό «επιδεινώθηκε μεταξύ 2004-2009». Το μήνυμα Μητσοτάκη ότι δεν πρόκειται να καλύψει τη «μαύρη τρύπα» της διακυβέρνησης Καραμανλή είναι σαφές.
Σε μία εσωκομματική άσκηση για το ίδιο ζήτημα, ο Σαμαράς καταφεύγει έως σήμερα στην προσέγγιση ότι «το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε πρόβλημα ελλείμματος και το μετέτρεψε σε ανεπανάληπτη κρίση δανεισμού».
Απέναντι στις βολές για την παραταξιακή ταυτότητα της ΝΔ από τους δύο προκατόχους του, στο Μαξίμου και στο κόμμα, ο Μητσοτάκης μπορεί να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο πεδίο της οικονομίας. Το ζητούμενο είναι πώς θα απαντήσει ο Καραμανλής.