Κόσμος χωρίς έλεγχο
Την εποχή μας χαρακτηρίζει μια διαρκής επιθυμία ελέγχου. Θέλουμε να ελέγξουμε – και να παρατείνουμε – το μέλλον μας, επενδύουμε στο να είμαστε υγιείς και απαιτούμε από όλους, είτε πρόκειται για το σύστημα υγείας, από το οποίο απαιτούμε τη διαρκή ανακάλυψη νέων τεχνικών που αντιμετωπίζουν ασθένειες, είτε για τους κατασκευαστές των προϊόντων που καταναλώνουμε από τους οποίους απαιτούμε να παράγουν ασφαλή προϊόντα και να μας ενημερώνουν για τους πιθανούς κινδύνους που κρύβουν τα προϊόντα τους ώστε να σταθμίζουμε τα οφέλη και τους κινδύνους.
Απαιτούμε ολοένα και ασφαλέστερα οχήματα ή συσκευές και ζητούμε από τους αρμόδιους φορείς να διαμορφώνουν υποδομές αρκούντως ασφαλείς, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος κατά τη χρήση τους, ή να μπορούν έγκαιρα να προειδοποιούν για επικίνδυνες καιρικές συνθήκες, ώστε τελικά να μη βρισκόμαστε εκτεθειμένοι και εκτεθειμένες σε κίνδυνο. Ολοένα και περισσότερο ζητούμε να αυξηθούν οι δυνατότητες είτε πρόβλεψης είτε αντιμετώπισης είτε ακόμη και χειραγώγησης των φυσικών φαινομένων ώστε να περιορίσουμε τον κίνδυνο. Ουσιαστικά, διεκδικούμε τον έλεγχο πάνω σε οτιδήποτε συμβαίνει, είτε για να το τιθασεύσουμε, είτε για να το αξιοποιήσουμε.
Η δυναμική της οικονομικής συσσώρευσης επιβάλλει ολοένα και πιο αποτελεσματικό έλεγχο της εργασίας, των φυσικών πόρων αλλά και των πεδίων που μπορούν να αποτελέσουν πεδίο επένδυσης. Προσπαθούμε να ελέγξουμε εκ των προτέρων την υγεία αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των παιδιών μας – και ευρύτερα κάνουμε εγκαίρως όλες τις επιλογές που θα εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον είτε για εμάς είτε για τα παιδιά μας. Αντίστοιχα, επιμένουμε στη διαρκή ανάγκη λογοδοσίας, είτε αυτό αφορά τους άλλους είτε τον εαυτό μας: πρέπει να καταλογιστούν οι ευθύνες σε όσους δεν κατάφεραν να καταστήσουν τα πράγματα ελέγξιμα.
Απρόβλεπτα φαινόμενα
Προσθέστε όλη την προσπάθεια να «μοντελοποιηθεί» και να καταστεί δυνητικά ελέγξιμο όλο το φάσμα των φαινομένων που παραδοσιακά θεωρούμε «απρόβλεπτα», με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις διακυμάνσεις των αγορών, όπου κάθε κρίση την ακολουθεί συνήθως άλλη μια δέσμευση ότι την επόμενη φορά οι προβλέψεις θα είναι πιο έγκαιρες και πάνω από όλα πιο έγκυρες. Ολα αυτά εξηγούν γιατί μας προκαλούν τόσο μεγάλη αναστάτωση – και κόστος – όλα τα συμβάντα που αποδεικνύουν ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα.
Αρκεί να αναλογιστούμε πώς αντιμετωπίσαμε την πανδημία ως μια τεράστια απειλή πρώτα και κύρια γιατί αισθανθήκαμε ότι δεν έχουμε κανέναν τρόπο να ελέγξουμε την εξέλιξη του φαινομένου, πέραν του κατά το δυνατόν πλήρους «παγώματος» κάθε δραστηριότητα, κάτι που συνοδεύτηκε από ακόμη μεγαλύτερο φόβο όταν φάνηκε ότι τέτοια μέτρα δεν ανέκοπταν τη διασπορά του ιού. Αντίστοιχα, κάθε οικονομική κρίση συνήθως έρχεται ύστερα από μια περίοδο διαβεβαιώσεων ότι μπορούν να προβλεφθούν – και άρα να αποφευχθούν – αν όχι οι κρίσεις τουλάχιστον οι επιπτώσεις τους – διαβεβαιώσεις που τελικά διαψεύδονταν από την ίδια την ένταση της επόμενης κρίσης. Για να μην αναφερθούμε στη διαρκή αμηχανία που προκαλεί ο μη έλεγχος του μηχανισμού της κλιματικής καταστροφής.
Η αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία μας να ελέγξουμε τα πάντα που αφορούν τη ζωή μας και την αναμέτρηση με τα εγγενή όρια οποιασδήποτε προσπάθειας πλήρους ελέγχου αποτελεί την αφετηρία για το βιβλίο του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Ιένας Χάρτμουτ Ρόζα «Ανελεγξιμότητα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλήθος, σε μετάφραση της Δανάης Σιώζου, εισαγωγή του Γιώργου Μπιθυμήτρου και επίμετρο του Γιάννη Κτενά. Για το Ρόζα, «επειδή οι σύγχρονες κοινωνίες μπορούν να σταθεροποιηθούν μόνο δυναμικά μέσω της μεγέθυνσης, είναι αναγκασμένες θεσμικά και δομικά να θέσουν όλο και περισσότερα τμήματα του κόσμου εντός της εμβέλειάς τους από τεχνική, οικονομική και πολιτική άποψη». Αυτό μεταφράζεται σε μια πίεση «να καταστήσουμε τον κόσμο σημείο επίθεσης· μας εμφανίζεται ως εκείνο το οποίο πρέπει να γνωσθεί, να ανοιχθεί, να προσεγγιστεί, να γίνει αντικείμενο οικειοποίησης, να κυριαρχηθεί και να ελεγχθεί».
Η σημασία της ανελεγξιμότητας
Αυτή η επιθυμία ελέγχου οδηγεί σε μια επιθετικότητα απέναντι στον κόσμο, ιδίως όταν λειτουργούμε μέσα σε ένα κέλυφος πραγμοποίησης και αλλοτρίωσης. Αυτό, όμως, ραγίζει όταν συντονιζόμαστε με μη εργαλειακό τρόπο με έναν άνθρωπο, ένα τοπίο, μια μελωδία, μια ιδέα. Αυτό επιτείνεται από το βίωμα του εαυτού μας που επενεργεί και δέχεται επιδράσεις, αλλά και τον μετασχηματιστικό χαρακτήρα που μπορεί να έχει μια τέτοια εμπειρία, ακριβώς γιατί μας αλλάζει. Για τον Ρόζα αυτό το φάσμα βιωμάτων που εντάσσονται στην έννοια του «συντονισμού» μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματική σημασία της ανελεγξιμότητας. Και αυτό γιατί ο συντονισμός «μας μεταμορφώνει, αλλά είναι αδύνατο να προβλεφθεί εκ των προτέρων προς ποια κατεύθυνη θα αλλάξουμε ή ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της μεταμόρφωσης».
Για τον Ρόζα αυτή η καταστατική ανελεγξιμότητα των στιγμών συντονισμού και η καταρχήν εφικτή ελεγξιμότητα των πραγμάτων δεν συνιστά αντίφαση. Αρκεί βέβαια να είμαστε ανοιχτοί στην απουσία ελεγξιμότητας που καθιστά εφικτό τον συντονισμό και τη μεταμορφωτική δυναμική του. Αρα, σε αντίθεση με τους φόβους μας, μια ορισμένη ανελεγξιμότητα είναι θεμιτή. Αρκεί να έχουμε πρόσβαση στις δυνατότητες που αυτή ανοίγει. Αυτό συνεπάγεται ότι «ο συντονισμός απαιτεί έναν προσβάσιμο, όχι έναν (απεριόριστα) ελέγξιμο κόσμο».
Ομως, η πολυπλοκότητα των κοινωνικών διεργασιών, αλλά και των τεχνικών διεργασιών, συνεπάγεται μια ριζική ανελεγξιμότητα. Και αυτό γιατί «το πρόγραμμα της ελεγξιμότητας του κόσμου απειλεί, τελικά, να οδηγήσει σε μια ριζική ανελεγξιμότητα» και μάλιστα χειρότερη από την αρχική, ακριβώς επειδή «απέναντί της δεν βιώνουμε καμιά δυνατότητα επενέργειας και δεν μπορούμε να εισέλθουμε μαζί της ούτε σε σχέση απόκρισης, ούτε σε σχέση μεταμορφωτικής οικειοποίησης». Αυτός είναι ένας διπλός φόβος: «εκεί όπου «όλα είναι ελέγξιμα», ο κόσμος δεν έχει τίποτα πια να μας πει· και εκεί όπου έχει καταστεί εκ νέου ανέλεγκτος, δεν μπορούμε πια να τον ακούσουμε, επειδή δεν είναι πλέον προσβάσιμος».