Εξι προτεραιότητες πριν από την ανάφλεξη
Οι μεγάλες πυρκαγιές που σάρωσαν αυτό το καλοκαίρι τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ελλάδα καταρρίπτουν έναν καθησυχαστικό μύθο: ότι οι χώρες με ισχυρούς μηχανισμούς δασοπυρόσβεσης μπορούν πάντοτε να ελέγξουν τη φωτιά.
Η Γαλλία και η Ισπανία δεν είναι απροετοίμαστες χώρες. Διαθέτουν από τα πλέον έμπειρα σώματα δασοπυρόσβεσης στον κόσμο, εκπαιδευμένο προσωπικό, σύγχρονους στόλους και δεκαετίες επιχειρησιακής γνώσης. Η Γαλλία εφαρμόζει αποτελεσματικές τεχνικές, όπως το αντιπύρ και η χρήση επιβραδυντικών ουσιών. Η Ισπανία έχει πρωτοπορήσει στην ενσωμάτωση της επιστήμης της φωτιάς στον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Η Ελλάδα διαθέτει, αναλογικά με τον πληθυσμό της, έναν από τους μεγαλύτερους εναέριους στόλους πυρόσβεσης και πλέον αξιοποιεί θερμικές δορυφορικές εικόνες σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κι όμως, ακόμη και αυτοί οι μηχανισμοί δυσκολεύονται απέναντι σε πυρκαγιές που τροφοδοτούνται από παρατεταμένο καύσωνα, ξηρασία, ισχυρούς ανέμους και τεράστιες ποσότητες συσσωρευμένης καύσιμης ύλης.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι απέτυχαν οι πυροσβέστες. Είναι ότι η κατάσβεση από μόνη της δεν επαρκεί πλέον. Η ευρωπαϊκή πολιτική ακολουθεί εδώ και χρόνια μια προβλέψιμη λογική: μετά την καταστροφή αγοράζουμε περισσότερα αεροσκάφη, μισθώνουμε περισσότερα ελικόπτερα, προσλαμβάνουμε προσωπικό και αυξάνουμε τους προϋπολογισμούς έκτακτης ανάγκης. Ολα αυτά είναι αναγκαία. Δεν μειώνουν όμως το ίδιο το μέγεθος του κινδύνου.
Δεν μπορούμε κάθε καλοκαίρι να συνθηκολογούμε με την κλιματική κρίση με περισσότερα εναέρια μέσα. Ενα πυροσβεστικό αεροσκάφος κοστίζει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, ενώ η λειτουργία και η συντήρησή του απαιτούν επίσης τεράστιους πόρους. Ελικόπτερα μπορούν να συγκρουστούν στην προσπάθεια κατάσβεσης, με τραγικές συνέπειες, όπως είδαμε με τρόμο στις οθόνες μας, μόλις έξι μέρες πριν. Και όσο οι περίοδοι πυρκαγιάς επιμηκύνονται, η καταστολή γίνεται οικονομικά και επιχειρησιακά μη βιώσιμη. Η επόμενη γενιά επενδύσεων πρέπει να αφορά όσα γίνονται πριν από την ανάφλεξη. Παραθέτουμε έξι προτεραιότητες.
Ενα, σε ημέρες ακραίου κινδύνου και πολύ ισχυρών ανέμων, χρειάζεται να εξετάζεται η στοχευμένη διακοπή ηλεκτροδότησης σε ευάλωτα εναέρια δίκτυα, ώστε να αποτρέπονται σπινθήρες και ηλεκτρικά τόξα.
Δύο, απαιτούνται φορολογικά κίνητρα ή/και άμεσες επιδοτήσεις για την ενίσχυση κατοικιών τόσο απέναντι στους σεισμούς όσο και απέναντι στη φωτιά: άκαυστα υλικά, πυράντοχες στέγες και κουφώματα, προστατευμένοι αεραγωγοί και καθαρή ζώνη γύρω από κάθε κτίσμα.
Τρία, η γραφειοκρατία που μέχρι τώρα εμποδίζει τη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών, τη διάνοιξη και συντήρηση δασικών δρόμων και τη διαχείριση της καύσιμης ύλης πρέπει να περιοριστεί δραστικά. Η πρόληψη δεν μπορεί να περιμένει χρόνια για εγκρίσεις.
Τέσσερα, η τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με θερμικές εικόνες, δεδομένα βλάστησης, τοπογραφίας και ανέμου, μπορεί να εντοπίζει περιοχές ασυνήθιστα υψηλού κινδύνου, επιτρέποντας έτσι την προληπτική τοποθέτηση δυνάμεων.
Πέντε, πρέπει να διδαχθούμε από όσα ήδη λειτουργούν καλά στη χώρα μας. Στον Υμηττό, ο ΣΠΑΥ (Σύνδεσμος Προστασίας και Ανάπτυξης Υμηττού) είναι μια συνεργασία δήμων, εθελοντών και τοπικών φορέων που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματική στην πρόληψη πυρκαγιών. Αυτό οφείλεται ακριβώς στο ότι είναι πρωτοβουλία από κάτω προς τα πάνω και όχι ακόμη ένας συγκεντρωτικός απρόσωπος κεντρικός σχεδιασμός.
Εξι, η πρόληψη πρέπει να αρχίζει στο σχολείο. Τα παιδιά οφείλουν να μαθαίνουν από μικρά πώς γεννιέται ο κίνδυνος και πώς να ζουν αρμονικά με τη φύση αντί να τη θεωρούν ένα εξωτικό σκηνικό της καθημερινότητας.
Οι πυροσβέστες μας αξίζουν περισσότερα από νέα αεροπλάνα και πιο συχνές δορυφορικές απεικονίσεις. Αξίζουν πολιτικές που θα μειώνουν τις καταστροφικές πυρκαγιές που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Η πραγματική επιτυχία της Πολιτείας δεν μετριέται από το πόσες φωτιές σβήσαμε. Μετριέται από το πόσες δεν αφήσαμε ποτέ να γίνουν καταστροφές.
Ο Κώστας Συνολάκης είναι ακαδημαϊκός και ο Γιώργος Καραγιάννης είναι διευθυντής του Κέντρου Ερευνας Φυσικών Καταστροφών της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΦΚΑΑ)