Η πιο μεγάλη ώρα
Οπως το ουράνιο είναι το πιο βαρύ χημικό στοιχείο, έτσι το τραγούδι είναι το πιο συμπυκνωμένο έργο τέχνης. Μέσα σε τρία – ή και σε λιγότερα – λεπτά μπορεί να εκλύσει τέτοια ενέργεια που να μεταμορφώσει το μέσα σου. Να το τραντάξει. Να το αναφλέξει. Να το μουσκέψει με δάκρυα. Να το κάνει να ανθίσει.
Δεν αναφέρομαι, εννοείται, σε τραγούδια της σειράς: ένα ρεφρέν, δύο κουπλέ, μία ρουτινιάρικα εκτελεσμένη συνταγή που φιλοδοξεί να γίνει σουξεδάκι. Μακριά από εμάς οι ανέμπνευστες επιδείξεις καψούρας, μαγκιάς, ευαισθησίας ή αγωνιστικότητας. Μιλάω για αποστάγματα σκέψης και αισθήματος. Σκέφτομαι τον Τσιτσάνη, ο οποίος έψαχνε εξονυχιστικά τη σωστή λέξη.
Εκείνη που θα απέδιδε ακριβώς το νόημα. Που μάτωνε τα δάχτυλά του στις χορδές, σκυμμένος επί ώρες πάνω στο μπουζούκι, τόσο στην τέχνη του συγκεντρωμένος ώστε συχνά στέγνωνε το στόμα του. Μόνο ο Καβάφης έδειχνε ανάλογη προσήλωση, για αυτό και του έπαιρνε μήνες και χρόνια ώσπου να ολοκληρώσει ένα ποίημα δέκα στίχων. Οφείλεις για να δημιουργήσεις να βασανιστείς;
Την άνοιξη του 1994, ο Ακης Πάνου κατέβηκε από την Ξάνθη στην Αθήνα, για μετρημένες εμφανίσεις στα «Εννέα Ογδοα», στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ημουν σχεδόν κάθε βράδυ εκεί, σαν τον πιστό που εκκλησιάζεται. Νίκησα μια φορά το τρακ μου. Βρήκα το θάρρος να τον πλησιάσω και να του μιλήσω. «Το “Η Πιο Μεγάλη Ωρα” πώς το γράψατε;» τραύλισα σχεδόν. Ρούφηξε ως τα φυλλοκάρδια τον καπνό – τα ξεπάτωνε τα τσιγάρα σε τρεις τζούρες. «Σ’ αρέσει, ρε μάγκα;», υπομειδίασε σαρδόνια. «Δεν ξέρω», του είπα, «συγκλονιστικότερο ύμνο για το σεξ…». «Ε πώς το έφτιαξα; Πήγα μια μέρα στον μπαρμπέρη κι ενώ κουρευόμουν, μου ήρθε όλο μονοκοπανιάς. Δεν τον άφησα να με ξυρίσει γιατί βιαζόμουν να επιστρέψω στο σπίτι, να το παίξω…».
Παρόμοια έχει διηγηθεί ο Μίκης Θεοδωράκης ότι συνέθεσε τον «Επιτάφιο». Σε ένα αυτοκίνητο, έξω από ένα σουπερμάρκετ στο Παρίσι, περιμένοντας τη γυναίκα του να ψωνίσει. Ζωγράφιζε πεντάγραμμα και τα γέμιζε στο άψε-σβήσε με νότες. Δεν είχε ανάγκη ο Μίκης από μουσικό όργανο για να συνθέσει. Ακουγε τις μουσικές στο κεφάλι του.
Βρέχει άρα ενίοτε αριστουργήματα πάνω στους δημιουργούς; Ο Θεός υπαγορεύει κι εκείνοι γίνονται απλώς το χέρι του, καθώς ισχυρίζονται οι αγιογράφοι; Δεν το πιστεύω. Εγκυμονείται κρυφά μέσα σου το έργο, ακόμα και για δεκαετίες ολόκληρες. Την εναρκτήρια παράγραφο από τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» την είχε σημειώσει, έλεγε ο Μαρκές, έφηβος σε ένα σχολικό τετράδιο. Δεν διέθετε όμως, τότε ακόμα, τη γνώση και τη δύναμη για να συνεχίσει. Κάποια μέρα, το μυθιστόρημα άρχισε να γράφει τον εαυτό του. Δεκαοχτώ μήνες αργότερα, έσπασαν τα νερά, ήρθε στο φως. Γκαστριά ελεφαντίνας ο Γκάμπο!
Μόλις γεννιέται το αριστούργημα, σκάνε πυροτεχνήματα, βαρούν καμπάνες; Συνήθως όχι. Δεν πούλησε ούτε έναν πίνακά του ο Βαν Γκογκ όσο ζούσε – δεν ήταν έτοιμος ακόμα ο κόσμος. Χρειάζεται εξαιρετική συναστρία για να προσκυνηθεί το θείο βρέφος στις φασκιές του από μάγους και βοσκούς. Στο μεταξύ θα δοξάζονται μπαγκατέλες, που απλώς χαϊδεύουν αφτιά, γαργαλούν πατούσες, κολακεύουν το αγοραίο αίσθημα. Και προορίζονται να ξεχαστούν την επόμενη σεζόν.
Εχουμε ανάγκη από αριστουργήματα; Μια χαρά δεν θα τη βγάζαμε εξασφαλίζοντας το μεροκάματο της κάθε μέρας, τρέχοντας οι καταφερτζήδες πίσω από τα φράγκα και την εξουσία, καταναλώνοντας κουτσομπολιά – ξένοι πόνοι χάχανα –, με μουσική υπόκρουση, τώρα το καλοκαίρι, την πλέιλιστ του μπιτσόμπαρου; Ξέρω πάρα πολλούς που εκμετρούν τον βίο τους έτσι. Δεν τους κακίζω, δεν τους κοιτάω αφ’ υψηλού.
Να, όμως, τώρα εδώ, στο νησί όπου με έχει ρίξει η τύχη, σε μια κουνουποδαρμένη ανήλιαγη κάμαρα, να που ακούω την Κάρμεν. Και βλέπω άγρια άλογα να καλπάζουν, τσιγγάνες να χορεύουν γύρω απ’ τη φωτιά, ταυρομάχους να λαμπαδιάζουν. Να που μου φαίνεται η ζωή ξανά μαγευτική. Θέλω να τους φιλήσω τα χέρια. Του Μπιζέ. Και της Κάλλας.