Σύμβολο της αδιαφορίας για την πνευματική μας κληρονομιά
Με ιδιαίτερη θλίψη διάβασα στην «Καθημερινή» το πρόσφατο άρθρο του Βασίλη Νέδου, το οποίο περιγράφει την εικόνα εγκατάλειψης που παρουσιάζει σήμερα το εμβληματικό κτίριο της Βαλλιανείου Εθνικής Βιβλιοθήκης, ενός από τα τρία μνημειώδη κτίρια της περίφημης Αθηναϊκής Τριλογίας, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά και πνευματικά σύμβολα του νεότερου ελληνικού κράτους, του οποίου η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό και θλίψη.
Είχα την τιμή να υπηρετήσω την Εθνική Βιβλιοθήκη ως πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για το μέλλον του ιδρύματος. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου κατέβαλα επανειλημμένες προσπάθειες να πείσω την πολιτική ηγεσία για την ανάγκη άμεσης ενίσχυσης της στατικότητας, του εκσυγχρονισμού και της πλήρους αναπαλαίωσης της δυτικής πτέρυγας του ιστορικού κτιρίου, μέσω έργου προϋπολογισμού μόλις πέντε εκατομμυρίων ευρώ.
Η σχετική μελέτη είχε εκπονηθεί και παραχωρηθεί αφιλοκερδώς από τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Στάικο, κορυφαίο ιστορικό του βιβλίου και βαθύ γνώστη της ιστορίας της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Η πρότασή του δεν αποσκοπούσε απλώς στη διάσωση ενός κτιρίου, αλλά στη διατήρηση της ιστορικής συνέχειας και της φυσικής έδρας ενός κορυφαίου πνευματικού θεσμού. Δυστυχώς, παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις μου προς το αρμόδιο υπουργείο, η πρόταση ουδέποτε υιοθετήθηκε.
Αναμφίβολα, η δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ, για τη δημιουργία των νέων εγκαταστάσεων αποτέλεσε μια εξαιρετικά σημαντική εθνική προσφορά. Οι σύγχρονες υποδομές του Κέντρου Πολιτισμού προσφέρουν δυνατότητες που το παλαιό κτίριο αδυνατούσε να εξασφαλίσει. Ωστόσο, η μεταφορά της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν θα έπρεπε να συνεπάγεται την εγκατάλειψη της ιστορικής της έδρας. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι εθνικές βιβλιοθήκες εξακολουθούν να αποτελούν ζωντανά τοπόσημα του ιστορικού τους κέντρου, συνδυάζοντας την παράδοση με τον σύγχρονο ρόλο τους.
Παραμένει, επίσης, ένα εύλογο ερώτημα: τι ακριβώς μετακινήθηκε; Ο ανεκτίμητος πνευματικός πλούτος της Εθνικής Βιβλιοθήκης είχε καταγραφεί και σημανθεί πλήρως με σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα πριν από τη μεταφορά του; Υπήρχε ολοκληρωμένη αποτύπωση του συνόλου των συλλογών, ώστε να διασφαλίζεται με απόλυτη ακρίβεια η ταυτότητα και η ακεραιότητα του υλικού; Πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τη θεσμική ευθύνη της πολιτείας απέναντι στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά και τα οποία αξίζουν σαφείς απαντήσεις.
Οι θέσεις και οι προτάσεις μου όχι μόνο δεν εισακούστηκαν, αλλά τελικά θεωρήθηκαν ενοχλητικές. Η εθελοντική προσφορά μου στην Εθνική Βιβλιοθήκη ανταμείφθηκε με την απομάκρυνσή μου από την προεδρία του Εφορευτικού Συμβουλίου. Το γεγονός αυτό δεν έχει προσωπική σημασία. Το αναφέρω μόνο επειδή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο συχνά αντιμετωπίζονται όσοι επιμένουν να υπερασπίζονται θεσμούς και δημόσια αγαθά.
Σήμερα, το ιστορικό κτίριο της Βαλλιανείου Εθνικής Βιβλιοθήκης στέκει σιωπηλό, σχεδόν εγκαταλελειμμένο, στο κέντρο της Αθήνας. Δεν αποτελεί μόνο ένα αρχιτεκτονικό μνημείο που φθείρεται από τον χρόνο· αποτελεί και μια διαρκή υπενθύμιση της αδυναμίας της πολιτείας να προστατεύσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την πνευματική της κληρονομιά. Η διατήρηση ενός τέτοιου μνημείου δεν είναι ζήτημα αισθητικής ή νοσταλγίας· είναι ζήτημα ιστορικής ευθύνης, πολιτιστικής συνέχειας και σεβασμού προς τις επόμενες γενιές.
Δεν μου απέμεινε παρά να καταγράψω όσα έζησα και όσα διαπίστωσα στο βιβλίο μου «Τα φαντάσματα της Εθνικής Βιβλιοθήκης» (εκδόσεις Μέδουσα, 2020). Η αναφορά στο έργο αυτό δεν γίνεται για λόγους αυτοπροβολής, αλλά επειδή αποτελεί προσωπική μαρτυρία για μια κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της Εθνικής Βιβλιοθήκης, γεγονότα που, κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να λησμονηθούν ούτε να επαναληφθούν.
Ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος είναι επίτιμος καθηγητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.