Τίποτε πια βέβαιο
Να συμφωνήσουμε πως ο κόσμος γεωπολιτικά δεν καθορίζεται από καμία ανταγωνιστική σχέση ΝΑΤΟ – Συμφώνου Βαρσοβίας. Ούτε καν από μια εδραία θέση των ΗΠΑ α λα δεκαετίας ‘90 και των αρχών των 00s με αντιμετώπιση των άλλων χωρών ως απλώς πεδίων οικονομικών διεισδύσεων από την Ουάσιγκτον.
Εχει ξεπεραστεί και το Δύση – Ανατολή αφού και στις δύο όχθες εντοπίζονται ενδορήξεις όπως μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης ή Καναδά. Πιο πολύ είμαστε σήμερα σε μια υποχώρηση ενός γίγαντα όπως η Αμερική και στην ανάδυση ενός νέου όπως η Κίνα ή η Ινδία. Και ίσως περισσότερο και από αυτή την προφανή νέα πραγματικότητα, έχει ενδιαφέρον πώς συμπεριφέρονται οι ενδιάμεσες δυνάμεις.
Σε αυτό το πλαίσιο η Συμφωνία της Μέκκας ή το «ανατολικό μικρό ΝΑΤΟ» πιο γλαφυρά καταδεικνύει πως τίποτα δεν είναι στατικό και τίποτα δεν είναι βέβαιο στη νέα δίνη. Κανείς δεν είναι ασφαλής ως προβλεπόμενος. Και απαιτείται κτηνώδες ένστικτο για να προβλέψεις τα νέα τόξα ισχύος. Χθεσινοί αντίπαλοι σήμερα συνασπίζονται.
Και φτιάχνουν νέους εχθρούς.
Μέσα στο νέο νιτερέσο η Ελλάδα και η Ευρώπη. Με εμμονή πως η Δύση είναι ενιαία ή πως εξάγει έναν ανώτερο τρόπο ζωής. Με λογική πως είμαστε
παράρτημα των ΗΠΑ α λα Σχεδίου Μάρσαλ.
Με μια πεπερασμένη στρατηγική πως το ΝΑΤΟ είναι πυλώνας σταθερότητας. Και με μια παβλοφική ρητορική πως αποτελούμε παράγοντα σύνθεσης για την περιοχή στη
ΝΑ Μεσόγειο.
Την ίδια ώρα η Τουρκία, για παράδειγμα, έχει λογική περιφερειακής αναβαθμισμένης δύναμης και ανάποδα η ένταξή της στο ΝΑΤΟ δεν λειτουργεί στατικά αλλά ως πεδίο διαπραγμάτευσης της θέσης της. Η δε ΕΕ έχει ένα κατοχυρωμένο κεκτημένο αλλά ούτε αυτό είναι στατικό αφού ο συσχετισμός δύναμης που δείχνει υπερδεξιά πλέον, μετατοπίζει και το ίδιο το κεκτημένο αυτό!
Δείτε για παράδειγμα πώς βλέπει το Μεταναστευτικό μια σειρά χωρών, και όχι σε φάση όξυνσης του θέματος, όπως όταν ήταν σε εξέλιξη ο πόλεμος στη Συρία.
Η Ελλάδα στη νέα δίνη έχει τον κίνδυνο ή να δορυφοριοποιηθεί πλήρως ή να ασκεί για καιρό μειούμενα δικαιώματα. Κάθε ακινησία στα διπλωματικά μπορεί
να νοείται ως υποχώρηση και κάθε πλημμελής κινητικότητα σε πεδία όπως τα Δυτικά Βαλκάνια ή η Μέση Ανατολή.
Είναι η ώρα όχι απλώς μιας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής μα και πρόβλεψης της επόμενης εξέλιξης με προπαρασκευή της δικής μας στάσης. Πώς θα
αντιδρούσαμε για παράδειγμα σε ένα σχίσμα στο ΝΑΤΟ ή σε μια εμπλοκή Ισραήλ -Τουρκίας;
Τι σόι λύση θέλουμε για το Κυπριακό, όταν η ΕΕ χαϊδεύει την Αγκυρα ή όταν έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο μετά το Κραν Μοντανά;
Θέματα που εγείρονται ή επανέρχονται σε όλο και πιο ταραχώδες τέμπο. Και που επιτάσσουν άλλη οργάνωση του διπλωματικού μας βηματισμού.