Θέουτα και Γιβραλτάρ, σύμβολα ενός κόσμου που τελειώνει
Οι αυτοκρατορίες συχνά αφήνουν τα ίχνη τους στα περιθώρια της πάλαι ποτέ δόξας τους. Τα απομεινάρια δύο ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, της Ισπανίας και της Βρετανίας, βρίσκονται αντικριστά στο στόμιο της Μεσογείου, εκεί όπου οι αρχαίοι τοποθετούσαν τις Ηράκλειες Στήλες, το τέλος του γνωστού κόσμου: το Γιβραλτάρ στο βορρά, στην Ιβηρική χερσόνησο, και η Θέουτα στον νότο, στην Αφρική.
Ο Βράχος, όπως είναι γνωστό το Γιβραλτάρ, ανήκει στη Βρετανία από το 1713 και η Θέουτα στην Ισπανία από το 1688. Την περασμένη εβδομάδα, αυτές οι δύο ξεχασμένες γωνιές του παλίμψηστου ένδοξου παρελθόντος βρέθηκαν στο επίκεντρο των γεγονότων, ύστερα από την απόπειρα 50.000 μεταναστών από το Μαρόκο να περάσουν στην Ισπανία μέσα από τη Θέουτα. Η αφρικανική κερκόπορτα προκάλεσε αμέσως ανησυχητικούς συνειρμούς στο Λονδίνο.
Οι βρετανικές εφημερίδες κάλεσαν την κυβέρνηση να κλείσει τα σύνορα με την Ισπανία στο Γιβραλτάρ, αλλά αυτό είναι πλέον ιδιαίτερα δύσκολο μετά την υπογραφή, μόλις πριν από ένα μήνα, της συνθήκης μεταξύ Βρετανίας και ΕΕ για τον Βράχο. Η συμφωνία, προϊόν τεσσάρων ετών επίπονων διαπραγματεύσεων, κατήργησε τον συνοριακό φράχτη και παρέδωσε τους ελέγχους Σένγκεν στο αεροδρόμιο και το λιμάνι του Γιβραλτάρ στις ισπανικές αρχές.
Η ιστορία, όπως συχνά συμβαίνει, έχει την κακή συνήθεια να παρουσιάζει τον λογαριασμό της την πιο ακατάλληλη στιγμή. Παράλληλα, οι λαθροδιακινητές μεταναστών χρησιμοποιούν εδώ και αρκετά χρόνια τις διόδους από την Ιβηρική για την τελική διεκπεραίωση των μεταναστών στη Βρετανία διαμέσου της Μάγχης, είτε διασχίζοντας τη Γαλλία είτε απευθείας από την Ιβηρική.
Ο πρωθυπουργός Αντι Μπέρναμ αντέδρασε αποφεύγοντας τους μελοδραματικούς τόνους, υπογραμμίζοντας πως η μεταναστευτική πίεση στη Θέουτα αποτελεί ευρωπαϊκή πρόκληση που καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη, και πως η πρόσφατη συνθήκη για το Γιβραλτάρ, όχι μόνο δεν εκθέτει τη Βρετανία, αλλά της προσφέρει έναν δίαυλο συνεργασίας με την Ισπανία και τις Βρυξέλλες ακριβώς για ζητήματα ασφάλειας και συνόρων. Κατά τον Μπέρναμ η ρητορική της περιχαράκωσης είναι εύκολη, αλλά η ουσιαστική διαχείριση είναι δυσκολότερη και απαιτεί εταίρους. Πεδίο δόξης λαμπρό για περαιτέρω συνεργασία με την ΕΕ.
Από την άλλη, ο Νάιτζελ Φάρατζ, εν μέσω της προεκλογικής του εκστρατείας στο Κλάκτον εναντίον του κωμικού υποψηφίου «Κόμη Σκουπιδοτενεκέ», είδε στη Θέουτα τη ζωντανή απόδειξη πως τα «ανοικτά σύνορα» οδηγούν στο χάος και κάλεσε την κυβέρνηση να αναστείλει, αν όχι να καταγγείλει, τη πρόσφατη συμφωνία για το Γιβραλτάρ. Για τον αρχηγό του Reform, η εικόνα των πλημμυρισμένων συνόρων αξίζει περισσότερο από χίλιες παραγράφους πολιτικής καθώς είναι το είδος του συμβόλου που τροφοδοτεί λαϊκίστικές καμπάνιες, και ο Φάρατζ ξέρει να αναγνωρίζει ένα καλό σύμβολο όταν του χαρίζεται.
Πίσω από τον θόρυβο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των έντονων εικόνων της περασμένης εβδομάδας κρύβεται μία βαθύτερη αλήθεια: όλα αυτά είναι διασυνδεδεμένα, προϊόντα της ευρωπαϊκής γεωγραφίας. Ο,τι συμβαίνει στη Θέουτα δεν μένει στην Αφρική αλλά διαπερνά την Ιβηρική, ανεβαίνει προς τη Μάγχη και καταλήγει στις ακτές του Κεντ. Ενας φράχτης που πέφτει στη μία άκρη της ηπείρου γίνεται αισθητός στην άλλη, όπως ένα κύμα που ξεκινά αθόρυβα και σκάει χιλιόμετρα μακριά.
Καμία μονομερής χειρονομία, ούτε το κλείσιμο των συνόρων, ούτε η καταγγελία μιας συνθήκης, δεν πρόκειται να αναστείλει ροές που ξεκινούν χιλιάδες χιλιόμετρα νοτιότερα για εντελώς διαφορετικούς λόγους – οικονομικούς, περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς. Η μόνη ρεαλιστική απάντηση είναι μια στιβαρή πολιτική συντονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο και, ταυτόχρονα, σε διμερή βάση Ευρώπης – Βρετανίας. Η επερχόμενη Σύνοδος Κορυφής Βρετανίας – ΕΕ αποτελεί ευκαιρία για μία τέτοια υπέρβαση.
Οι αυτοκρατορίες άφησαν πίσω τους, σχεδόν κατά τύχη, αυτούς τους δύο βράχους στις παλιές Ηράκλειες Στήλες. Οι σημερινές ηγεσίες της Ευρώπης καλούνται να αποδείξουν αν μπορούν να τους διαχειριστούν από κοινού, ή αν θα τους αφήσουν να γίνουν, ξανά, σύνορα ενός κόσμου που τελειώνει.
Ο Ιωάννης Χουντής ντε Φάμπρι είναι ιστορικός των ιδεών, συγγραφέας και σύμβουλος στη βρετανική Βουλή των Λόρδων