Φίνταν Ο’Τουλ και Σαμ ΜακΜπράιντ στα «ΝΕΑ»: Πόσο πιθανή είναι μια επανένωση της Ιρλανδίας;
Πόσο ισχυρή είναι η προοπτική της επανένωσης της Ιρλανδίας, 105 χρόνια μετά τη διχοτόμηση του νησιού; Σε ένα ίσως όχι πολύ μακρινό μέλλον, οι κάτοικοι και των δύο πλευρών των συνόρων ενδέχεται να κληθούν να μετάσχουν σε ένα δημοψήφισμα που θα αλλάξει για πάντα τις ζωές τους – και τα όρια δύο χωρών: του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας.
Δύο από τους πιο γνωστούς δημοσιογράφους της Ιρλανδίας, ο Φίνταν Ο’Τουλ, της εφημερίδας «The Irish Times», και ο Σαμ ΜακΜπράιντ, της εφημερίδας «Belfast Telegraph», έγραψαν ένα συναρπαστικό βιβλίο με τίτλο «For and Against a United Ireland», στο οποίο αμφότεροι επιχειρηματολογούν τόσο υπέρ όσο και κατά της ενοποίησης. Μιλώντας στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», εξηγούν πώς το μοντέλο μιας ενωμένης Ιρλανδίας θα μπορούσε να «λειτουργήσει» και πόσο πιθανό είναι να το δούμε να υλοποιείται.
«Προσπαθήσαμε να σεβαστούμε και τις δύο πλευρές, εξετάζοντας το θέμα από δύο εντελώς αντίθετες οπτικές γωνίες. Και συνειδητοποιήσαμε ότι τα εκατέρωθεν επιχειρήματα είναι εξίσου πειστικά», λέει ο ΜακΜπράιντ. «Υπάρχουν πολύ σοβαροί λόγοι για τους οποίους άνθρωποι που είναι καλοί, ειλικρινείς και έντιμοι θα μπορούσαν να καταλήξουν τόσο στη μία όσο και στην άλλη θέση» συνεχίζει, τονίζοντας ότι «σε έναν τόπο όπως η Ιρλανδία, με μια πολύ μακρά ιστορία αλληλοσκοτωμών και συγκρούσεων, το να μπορείς να σέβεσαι τον αντίπαλό σου και να λες “διαφωνώ ριζικά μαζί σου και νομίζω ότι έχεις άδικο, αλλά καταλαβαίνω τους λόγους που σε κάνουν να πιστεύεις αυτό που πιστεύεις και ξέρω ότι δεν είσαι κακός άνθρωπος” είναι πολύ σημαντικό». Πόσο σύντομα θα μπορούσε να διεξαχθεί ένα δημοψήφισμα για την απόσχιση της Βόρειας Ιρλανδίας από το Ηνωμένο Βασίλειο και την ένωσή της με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας; «Κάποτε έλεγα ότι όσο ζω δεν πρόκειται να δω ένα τέτοιο δημοψήφισμα.
Τώρα, όμως, πιστεύω ότι πιθανότατα θα το προλάβω», αναφέρει ο 68χρονος Ο’Τουλ. «Νομίζω ότι είναι αναπόφευκτο, εξαιτίας της δημογραφικής αλλαγής που έχει συντελεστεί. Η Βόρεια Ιρλανδία ιδρύθηκε πριν από έναν και πλέον αιώνα με σκοπό να επικρατεί εκεί μια μόνιμη προτεσταντική πλειοψηφία. Αυτή η πλειοψηφία έχει πια χαθεί και δεν πρόκειται να επανέλθει. Επίσης, έχει αλλάξει η οικονομική κατάσταση, ενώ και οι πολιτικοί δεσμοί με τη Βρετανία – κυρίως με το Συντηρητικό Κόμμα – διερράγησαν μετά το Brexit». Το καλύτερο, προσθέτει ο Ο’Τουλ, «θα ήταν να προηγηθεί μια μακρά διαδικασία διαλόγου. Μολαταύτα, υπάρχει η πιθανότητα να γίνει το δημοψήφισμα όταν κανείς μας δεν θα είναι έτοιμος. Αν ο Νάιτζελ Φάρατζ γίνει πρωθυπουργός της Βρετανίας, το διαζύγιο θα μπορούσε να είναι πολύ άσχημο». Ο ΜακΜπράιντ συμφωνεί: «Ενδεχομένως ο μακιαβελικός Φάρατζ να ελπίζει ότι θα απαλλαγεί από τη Βόρεια Ιρλανδία. Οχι μόνο γιατί επιβαρύνει οικονομικά την υπόλοιπη χώρα – και ο ίδιος είναι βασικά ένας άγγλος εθνικιστής –, αλλά επειδή τον εμποδίζει να απομακρυνθεί από την ΕΕ με τον τρόπο που πραγματικά επιθυμεί». Και εξηγεί: «Επειδή η Δημοκρατία της Ιρλανδίας ακμάζει οικονομικά και προσελκύει πολλές ξένες επενδύσεις, ιδίως αμερικανικές, υπάρχει η πιθανότητα ο Φάρατζ να θελήσει να διαταράξει τις ισορροπίες προκηρύσσοντας δημοψήφισμα, κάτι το οποίο θα προκαλέσει πανικό, καθώς κανείς δεν είναι έτοιμος γι’ αυτό. Θα είναι κάτι πολύ επικίνδυνο».
Επί του παρόντος, η ιδέα της ένωσης του ιρλανδικού βορρά με τον νότο δεν μοιάζει ιδιαίτερα ώριμη. «Τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν κάνει την απαιτούμενη προεργασία. Δεν υπάρχει σαφής και άμεση προοπτική για μια ενωμένη Ιρλανδία», εκτιμά ο ΜακΜπράιντ. «Υπάρχουν δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι πρόβλημα ταυτότητας: η πλειονότητα των κατοίκων της Βόρειας Ιρλανδίας δεν θέλει να γίνει μέρος μιας ενωμένης Ιρλανδίας. Αυτή, βέβαια, είναι μια ρευστή κατάσταση και το Brexit σίγουρα την επηρεάζει.
Το άλλο πρόβλημα είναι οικονομικό: όταν δημιουργήθηκε η Βόρεια Ιρλανδία, ήταν μια πολύ πλούσια βιομηχανική κοινωνία. Αλλά τώρα δεν είναι. Κάθε χρόνο, το Λονδίνο στέλνει ένα τεράστιο τσεκ, γύρω στα 11-12 δισ., για να τη συντηρήσει», παρατηρεί ο Ο’Τουλ. Και συμπληρώνει: «Υπολογίζεται ότι η ένωση θα κοστίζει στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας περίπου 20 δισ. ευρώ ετησίως. Ποιος θα τα πληρώσει αυτά; Οταν ρωτάς τους Ιρλανδούς αν θέλουν μια ενωμένη Ιρλανδία, απαντούν “ναι”. Οταν όμως τους ρωτάς αν θα πλήρωναν περισσότερους φόρους, βροντοφωνάζουν “όχι”»! Ομοίως, στη Βόρεια Ιρλανδία – επισημαίνει ο ΜακΜπράιντ – «οι δημόσιοι υπάλληλοι παίρνουν μισθούς Λονδίνου. Ωστόσο, το κόστος ζωής είναι πολύ χαμηλότερο, επομένως βρίσκονται σε σαφώς καλύτερη θέση. Και αναρωτιούνται: “Θα διατηρήσω τον μισθό μου στην ενωμένη Ιρλανδία;”».
Περίπου 28 χρόνια μετά τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής και τον τερματισμό των συγκρούσεων που στοίχισαν τη ζωή σε 3.500 ανθρώπους, υπάρχει σήμερα ο φόβος της βίας; «Αν εδώ κάτι πάει στραβά, δεν θα πάει στραβά όπως πήγε στο Brexit. Το Brexit είχε τρομερές επιπτώσεις, αλλά οι άνθρωποι δεν βγήκαν στους δρόμους να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Στη Βόρεια Ιρλανδία ή στο Δουβλίνο υπάρχει η πιθανότητα να ξεσπάσει βία», σημειώνει ο Ο’Τουλ. Ο συνάδελφός του υπερθεματίζει: «Θυμάμαι πολύ καλά τον στρατό στους δρόμους. Θυμάμαι ότι καθημερινά σκοτώνονταν άνθρωποι. Είναι θαυμάσιο ότι τα παιδιά μου δεν μεγαλώνουν σε αυτή τη χώρα. Ωστόσο, η κατάσταση είναι πολύ εύθραυστη».