Ελαστικά κριτήρια
Οποιοσδήποτε εργάζεται σε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο γνωρίζει καλά τι σημαίνει μια διαδικασία πιστοποίησης ενός προπτυχιακού ή μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ): τον μεγάλο όγκο εγγράφων που πρέπει να συμπληρωθούν, τα στοιχεία που πρέπει να καταγραφούν, την τεκμηρίωση που πρέπει να γίνει και που συμπεριλαμβάνει και την αποτίμηση του αντίκτυπου που μπορεί να έχει το πρόγραμμα στην κοινωνία.
Σε αυτό προστίθεται η διαδικασία εξωτερικής αξιολόγησης (πέραν της υποχρεωτικής ύπαρξης διαδικασιών εσωτερικής αξιολόγησης), ώστε τελικά να έρθει η πιστοποίηση. Ολα αυτά παίρνουν χρόνο, απαιτούν κόπο και χαρακτηρίζονται από μια πραγματική αυστηρότητα, που θα μπορούσε κάποιες στιγμές να χαρακτηριστεί ακόμη και υπερβολική, για να μην αναφερθούμε στην καθυστέρηση που μπορεί να υπάρξει ιδίως για ένα νέο πρόγραμμα.
Ολα αυτά εξηγούν την πολύ μεγάλη σημασία την οποία είχε η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακύρωσε τις άδειες που είχαν πάρει ορισμένα Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης – ΝΠΠΕ, κοινώς η τρέχουσα μορφή ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας, ιδίως ως προς τη διαπίστωση του ΣτΕ ότι «τα στοιχεία, που περιέχονται στο Παράρτημα της 48136/17.12.2024 απόφασης της ΕΘΑΑΕ, με βάση τα οποία έλαβε χώρα η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, δεν συνιστούν συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, προς τα οποία οφείλουν να συμμορφώνονται τα προγράμματα σπουδών των ΝΠΠΕ».
Και εδώ είναι που αναδεικνύεται το ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Υποτίθεται ότι γι’ αυτά τα ιδρύματα, που δεν έχουν μια μακρά ακαδημαϊκή ιστορία, δράση και συνέχεια, όπως συμβαίνει με ένα δημόσιο πανεπιστήμιο, και για τα οποία υπάρχει πάντα το ερώτημα εάν η εμπορευματοποίηση θα συνεπάγεται και υποβάθμιση της ποιότητας, η διαδικασία πιστοποίησης θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο αυστηρή, σε τελική ανάλυση και για να προσφέρει στον «καταναλωτή» των υπηρεσιών τους την εγγύηση ότι όντως το επίπεδο είναι υψηλό.
Στην πράξη, όμως, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: τα δημόσια πανεπιστήμια καλούνται καθημερινά να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια διευκολύνθηκαν σε βαθμό που το ΣτΕ να ακυρώσει τις άδειες που τους είχαν χορηγηθεί.
Σοβαρά ερωτήματα γεννά επομένως το γεγονός ότι το υπουργείο Παιδείας έσπευσε, ανακοινώνοντας ότι «δεν θα χαθεί το εξάμηνο», να κάνει σαφές ότι θα «λύσει» το ζήτημα, με μόνο κριτήριο να μη χάσουν πελατεία τα ιδρύματα αυτά και όχι να υπάρξουν όντως εγγυήσεις ποιότητας.
Για να μην αναφερθούμε στον ορίζοντα με ανάλογης ελαστικότητας κριτήρια τα «ιδρύματα» αυτά να θεωρούν ικανά να δέχονται δημόσια και ευρωπαϊκή ερευνητική δαπάνη. Ολα αυτά έχουν να κάνουν με τον τρόπο που για τη σημερινή κυβέρνηση το μη κρατικό, το ιδιωτικό, το κερδοφόρο (ενίοτε και κερδοσκοπικό) είναι εξ ορισμού και καλό και σίγουρα καλύτερο από το δημόσιο ή το κρατικό. Ομως, όλα αυτά σε κανένα βαθμό δεν μπορούν να είναι κριτήρια για μια Ανεξάρτητη Αρχή που διασφαλίζει ένα δημόσιο αγαθό.