Αναζητώντας τη Μαντόνα
Μπορεί να σου αρέσει η Μαντόνα. Ή να μη σου αρέσει. Μπορεί να σου άρεσε παλιά και να μη σου αρέσει τώρα. Ή το αντίθετο. Μπορεί να τη θαύμαζες για τον τρόπο που διαχειριζόταν την εικόνα της και, σήμερα, να σε ξενίζει το ότι δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την ηλικία της και κυκλοφορεί ως καρικατούρα του νεανικού εαυτού της. Ωστόσο, όλοι θα έπρεπε να συμφωνούμε στο ότι διατρέχει πέντε δεκαετίες στην κορυφή των τσαρτς και είναι όχι απλώς η μεγαλύτερη αλλά και η πιο επιδραστική σταρ της ποπ βιομηχανίας. Και ότι η επάνοδός της, μετά ένα διάστημα «αγρανάπαυσης», με το «Confessions 2», την έφερε πάλι στην κορυφή του Billboard. Ωραία; Ωραία.
Η Μαντόνα, λοιπόν, ήρθε εφέτος για διακοπές στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα πέρασε από Μετέωρα, Πάτμο και Κέρκυρα. Πρέπει να είναι η τέταρτη φορά από το 2000, μπορεί και η πέμπτη, πριν από λίγα χρόνια μάλιστα έψαχνε να αγοράσει σπίτι στην Αντίπαρο. Τώρα γιατί εφέτος ειδικά τα ελληνικά σόσιαλ μίντια το ανήγαγαν αυτό σε μέγιστο θέμα, μόνο ο ζεστός μήνας Αύγουστος ξέρει. Αντε να βρω ως δικαιολογία το ότι η ίδια φόρτωσε το Διαδίκτυο με, περίπου, σκηνοθετημένα στιγμιότυπα από αυτές τις διακοπές. Αλλά το ότι οι διακοπές μιας σταρ μπήκαν στο μικροσκόπιο της κομματικής αντιπαράθεσης, αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ή, μάλλον, μπορώ και μου κάνει εντύπωση πώς τα εθνικά, συλλογικά μας κόμπλεξ, εκεί που, αφελώς, πίστευα ότι έχουν κάπως καταλαγιάσει, ξεπετάχτηκαν και πάλι από τις σκουληκότρυπές τους.
Βέβαια, κάτι ανάλογο, με αντεστραμμένους όρους, είχε συμβεί πριν από λίγες εβδομάδες με την «Οδύσσεια». Εξω φρενών σου λέει οι παλαιοκομματικοί δεξιοί διότι ο Νόλαν «ερμήνευσε» τον Οδυσσέα σύμφωνα με τη δική του αντίληψη. Οπως συμβαίνει δηλαδή με τους πραγματικούς καλλιτέχνες και με τα σπουδαία έργα, αφού η σπουδαιότητά τους έγκειται ακριβώς στο ότι δεν έχουν μόνο μία εκδοχή. Στην περίπτωση της Μαντόνα, άρχισαν να παρελαύνουν διαδικτυακά, σαν να έρχονται από τα βάθη των δεκαετιών, αυτοί που δεν θέλουν να γίνουν οι Ελληνες γκαρσόνια των ξένων, οι «Και ποια είναι αυτή;», οι «Η Κέρκυρα δεν έχει ανάγκη από τέτοιου είδους διαφήμιση», έβαλαν στο διασημόμετρο το νησί και τη Μαντόνα για να διαπιστώσουν προς τα πού γέρνει η ζυγαριά. Νοοτροπίες που μυρίζουν βαλκανική εσωστρέφεια, την όποια ωστόσο έχουν αφήσει πίσω τους οι γειτονικές μας χώρες. Αντισυστημισμό το λένε κάποιοι που θεωρούν τη μιζέρια επαναστατικότητα. Εγώ πάλι το λέω κόμπλεξ σε συνδυασμό με συνοικιακό κομματικό σουσουδισμό. Μια λαϊκίστικη εμμονή που κάνει κάποιον να πιστεύει ότι αν «κοντύνει» κάποιον τόσο διάσημο, θα ψηλώσει ο ίδιος.
Εκεί, όμως, που ο σουρεαλισμός και η συνωμοσιολογία έπαιξαν τα ρέστα τους, ήταν στο πάρτι που διοργανώθηκε στους Κουραμάδες της Κέρκυρας για τα γενέθλια της σταρ. Κάπως, κάπου διαδόθηκε, χωρίς επώνυμη μαρτυρία, χωρίς κάποιο ντοκουμέντο ότι επιβλήθηκε στους κατοίκους του χωριού να μην κυκλοφορούν στον δρόμο και να έχουν κλειστά τα παράθυρά τους. Και πήραν τα άρματα οι Μπουμπουλίνες της φακής, αυτοί και αυτές που πενθούν ακόμη τη «μικρή Μαρία του Εβρου», και σήκωσαν κουρνιαχτό για την κυβέρνηση που μας θέλει σκλάβους με σκυφτό το κεφάλι, ραγιάδες που προσκυνάμε το κάθε τσουλάκι του καπιταλισμού.
Αχτουνγκ, αχτουνγκ
Ετσι που τα διάβαζα αυτά τα ανυπόστατα, νόμιζα ότι εκείνη τη νύχτα κυκλοφορούσαν γκεσταπίτες στο χωριό, φώναζαν «Αχτουνγκ, άχτουνγκ» και πυροβολούσαν στο κεφάλι όποιον άνοιγε παράθυρο. Αν, δε, έβλεπες κατά λάθος μια μπούκλα της Μαντόνα, σου έβγαζαν το μάτι με το δάχτυλο. Εν τω μεταξύ, στις φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν, φαίνονται άνθρωποι, πίσω από την εορτάζουσα σταρ, να κάθονται στις αυλές τους και να παρακολουθούν, σαν σε σινεμά, τα τεκταινόμενα. Το παντζούρι ενός μόνο παραθύρου ζητήθηκε, πολύ ευγενικά, να κλείσει και, σε ανταπόδοση, κεράστηκαν τούρτα οι άνθρωποι του σπιτιού.
Τώρα, αν κάποιοι επιμένουν να ακούν το άχτουνγκ για να αισθάνονται ήρωες με πασουμάκια, ουδείς μπορεί να αλλάξει γνώμη σε κάποιον που έχει αποφασίσει να αυτοεξευτελιστεί.