Απορρίπτοντας τη διχαστική πολιτική
Ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, καλείται ήδη να λάβει μία από τις σοβαρότερες αποφάσεις της θητείας του. Πρέπει να εκδώσει τις οδηγίες που μόνο ο ίδιος δίνει στις ένοπλες δυνάμεις, καθορίζοντας την αντίδραση του Ηνωμένου Βασιλείου σε ένα εφιαλτικό σενάριο πυρηνικής επίθεσης εναντίον της χώρας. Οπως έκανα κι εγώ πριν από δύο δεκαετίες, θα υπογράψει ένα έγγραφο που θα ενημερώνει τους διοικητές εάν θα πρέπει ή όχι να ανταποδώσουν το πλήγμα και, εφόσον ναι, εάν αυτό θα γίνει με στόχο κατοικημένες αστικές περιοχές ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Οι οδηγίες αυτές καταγράφονται στη λεγόμενη «επιστολή έσχατης ανάγκης».
Σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας τη δεκαετία του 1960, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη φοβάται έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Καθώς το «Ρολόι της Αποκάλυψης», που δημιουργήθηκε από πυρηνικούς επιστήμονες, πλησιάζει ολοένα και περισσότερο τα μεσάνυχτα, και καθώς η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αίγυπτος, η Πολωνία και η Γερμανία εξετάζουν το ενδεχόμενο είτε να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα είτε να τα εγκαταστήσουν στο έδαφός τους, ο κόσμος μας απομακρύνεται από μια τάξη πραγμάτων βασισμένη σε κανόνες και κατευθύνεται προς μια τάξη βασισμένη στην ισχύ, όπου θεωρείται ότι το δίκαιο είναι με τον ισχυρό και κυριαρχεί η ωμή βία.
Ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει εγκαταλείψει κάθε πρόσχημα υποστήριξης του διεθνούς δικαίου – «κανείς δεν είναι έτοιμος να παίζει σύμφωνα με κανόνες που θέτει ένας άνθρωπος κάπου μακριά», έχει δηλώσει – ενώ ο κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχει προειδοποιήσει ότι την επανένωση με την Ταϊβάν «δεν μπορεί να την εμποδίσει καμία δύναμη ή οποιοσδήποτε». Και με την πρόσφατη απειλή του Ντόναλντ Τραμπ για γενοκτονία σε βάρος του ιρανικού λαού – «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε, για να μην επιστρέψει ποτέ ξανά» – καθώς και με την περαιτέρω απειλή του ακόμη και να βομβαρδίσει έναν σύμμαχο, το Ομάν, ο αμερικανός πρόεδρος απέδειξε για ακόμη μία φορά την περιφρόνησή του για κάθε πυλώνα της προηγούμενης τάξης πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ: τα ανθρώπινα δικαιώματα, την πολυμερή συνεργασία, την ανθρωπιστική βοήθεια και το ίδιο το κράτος δικαίου.
Αυτό, όμως, που θα πρέπει να μας δίνει μια αχτίδα ελπίδας είναι ότι οι αυξανόμενοι φόβοι των πολιτών για ενδεχόμενη σύγκρουση συνοδεύονται πλέον από μια σαφή απαίτηση να ενωθεί ο κόσμος για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάρρευση προς το χάος. Αυτό αποκαλύφθηκε σε έρευνα που κάλυψε περισσότερους από 36.000 ανθρώπους σε 34 χώρες, την οποία πραγματοποίησε η Focaldata, για λογαριασμό του Ιδρύματος Rockefeller, στο πλαίσιο της έρευνας για το νέο μου βιβλίο.
Θέσαμε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό ερώτημα: εάν οι άνθρωποι θα υποστήριζαν τη «διεθνή συνεργασία», ακόμη και αν αυτό σήμαινε κάποιον συμβιβασμό ως προς το «εθνικό συμφέρον της χώρας τους». Το 55% που απάντησε ναι, έναντι μόλις 20% που απάντησε όχι, εξέφρασε σαφώς την απόρριψή του στα δόγματα τύπου «Πρώτα η Αμερική», «Πρώτα η Ρωσία», «Πρώτα η Κίνα», «Πρώτα η χώρα μου», τα οποία αντιμετωπίζουν τη ζωή ως μια αδιάκοπη σύγκρουση ανάμεσα σε ένα «εμείς» και ένα «αυτοί». Σαφείς πλειοψηφίες σε κάθε ήπειρο αντιτίθενται σε αυτούς τους λαϊκιστές εθνικιστές ηγέτες, οι οποίοι επιλέγουν την απομόνωση και αντιμετωπίζουν τη γεωπολιτική ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, στο οποίο η χώρα τους μπορεί να ευημερεί μόνο εάν οι άλλες χώρες αποτυγχάνουν.
Πράγματι, περισσότερο από 70% της παγκόσμιας κοινής γνώμης επιθυμεί οι κυβερνήσεις να υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, να αναλαμβάνουν δράση για την κλιματική κρίση, την τεχνητή νοημοσύνη και την κυβερνοασφάλεια και να χρηματοδοτούν την ανθρωπιστική βοήθεια. Συμπληρωματική έρευνα δείχνει ότι μια ακόμη μεγαλύτερη ομάδα – 80% παγκοσμίως – πιστεύει πλέον ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα παγκόσμιο σύστημα που να διασφαλίζει την ύπαρξη πολιτικών οι οποίες όχι μόνο καλλιεργούν ειρήνη και σταθερότητα, αλλά προάγουν επίσης την αξιοπρέπεια όλων, απαιτώντας δράση κατά της φτώχειας, των ασθενειών, της πείνας και του αναλφαβητισμού.