Όταν γνώρισα τον… Μάριο Πλωρίτη
Στην Κάτια, βεβαίως
Αν θα χαρακτήριζε κανείς ως σοφό, και εξαιρετικά ευαίσθητο άνθρωπο τον Μάριο Πλωρίτη, θα ήταν κυρίως – πέρα από τις ιδιότητες τις συγγραφικές, τις πνευματικές και τις καλλιτεχνικές, τις τόσο εκτιμητέες για όσους τον παρακολουθούσαν – για τη χάρη που απέπνεε σε όλες του τις συναντήσεις, είτε επρόκειτο για πρωταγωνιστές του θεάτρου, μεγαλοεκδότες, πολιτικούς κύρους, είτε για ταξιθέτριες, διορθωτές εφημερίδων, επιμελητές βιβλίων, σερβιτόρους.
Γνώριζε πολύ καλά – η σοφία και η ευαισθησία που σημειώσαμε – πως όλες οι σχέσεις είτε μακροχρόνιες είτε σύντομης διάρκειας, δημιουργούνται με βάση τα «υλικά» όπως επιστρατεύονται τον χρόνο της συνάντησης με τους άλλους, χωρίς να υπολογίζει πως οι άλλοι θα αναλογίζονταν με ποιον έρχονταν σε επαφή και επομένως ο ίδιος θα μπορούσε να εμφανίζεται απόμακρος ή δύσθυμος, βαριεστημένος ή αλαζονικός. Και μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, τεράστια θα πρέπει να υπήρξε η σχετική του επιρροή ώστε η σύντροφός του, για αρκετά χρόνια και μάλιστα ενώ ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία, Αλίκη Βουγιουκλάκη, να απογειώσει αυτή τη «χάρη» του Μάριου Πλωρίτη.
Όσο βάρος κι αν κουβαλούσε ο ίδιος, στον συνομιλητή του, στον συνεργάτη του, στον φίλο του, στον απλό περαστικό που του έπιανε την κουβέντα, δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα ώστε να αισθάνεται πως η ομορφιά της ζωής είναι συνώνυμη με όλες τις μορφές τέχνης.
Μορφές που αναδεικνύονται στον πρόσωπο του Πλωρίτη σε ένα τόσο πολυσύνθετο εύρος ώστε ο μελετητής, ο δοκιμιογράφος, ο μεταφραστής, ο κριτικός, ο σκηνοθέτης, ο δημοσιογράφος, ο πολιτικός αναλυτής, ο δάσκαλος, να συγκροτούν μια τόσο αδιάσπαστη ενότητα, ώστε η αναφορά και μόνο του ονόματός του να απηχεί αυτόματα μια καταλυτική και ευεργετική, για τη νεοελληνική πραγματικότητα, πολυπραγμοσύνη.
Μια συνθήκη που αν και δεν επιτρέπει, λόγω της συνδυασμένης μαζί της διάσπασης, τη δημιουργία ενός αυτόνομου έργου, στο πρόσωπο του Μάριου Πλωρίτη γνωρίζει μιαν εκκωφαντική εξαίρεση και το σύνολο της γραπτής του παραγωγής συνιστά ένα αδιαίρετο «όλον». Με συνέπεια είτε γράφει για τις συναντήσεις και τις αναμνήσεις του από
τη Μέριλιν Μονρόε και τον Τένεσι Ουίλιαμς, είτε για τον Κουν και τον Ελύτη, είτε για τη Σαντορίνη των παιδικών του χρόνων, να έχεις την εντύπωση πως όλα τους δεν είναι παρά τα επιμέρους κεφάλαια ενός βιβλίου, όπως ακριβώς συμβαίνει με το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ.
(Στο σημείο αυτό χρειάζεται να ανοίξουμε μια παρένθεση για να σημειώσουμε κάτι πολύ καθοριστικό όσον αφορά τη συγγραφική πολιτεία του Πλωρίτη. Οσο ζούσε και αφότου πέθανε, το σύνολο των βιβλίων του, από «Τα πρόσωπα του νεότερου δράματος» ως «Τα γραπτά μένουν», έχει συγκροτηθεί με κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι όμως βέβαιο πως θα είχαν γραφεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο θα γράφονταν αν προορίζονταν να καταχωρισθούν σε ένα βιβλίο – υπάρχει μά λιστα μια δική του μαρτυρία για το θέμα αυτό).
Πάντως όσο συνοπτικό και συγκεφαλαιωτικό και αν υποχρεούται να είναι ένα κείμενο όπως αυτά της σειράς «Οταν γνώρισα τον / την …», θα ήταν αδύνατο να μην αναφερθεί κανείς, ανάμεσα στις εξέχουσες δραστηριότητες του Πλωρίτη, ότι υπήρξε μαζί με τον Νίκο Καρύδη και τον Αλέκο Πατσιφά, συνιδρυτής ενός ιστορικού, και πάντα ακμαιότατου, εκδοτικού οίκου, όπως ο «Ικαρος» και ότι ήταν ο πρώτος που μετέφρασε στην Ελλάδα ένα κλασικό για τα ευρωπαϊκά γράμματα βιβλίο, όπως τα «Γράμματα σε έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε.
Αλλά αν η ζωή και προπαντός η δημιουργία του κάθε ανθρώπου μπορούν να συνοψιστούν σε ορισμένες κρίσιμες περιόδους ώστε να αναγνωρίζονται σε μακροημερεύοντες «σταθμούς», καθηλωτική παραμένει τελικά στον Πλωρίτη μια «αλλαγή» με όλα τα χαρακτηριστικά μιας απρόβλεπτης εξέλιξης.
Όπως ακριβώς ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης διέγραψε μια συγκλονιστική διαδρομή ώστε ως συνέχεια μιας ποίησης έντονου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού («Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», «Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια»), να έχουμε μια ποίηση ακραιφνώς και γνησιότατα υπαρξιακού και προβληματισμένα θρησκευτικού χαρακτήρα, το ίδιο ακριβώς θα παρατηρούσαμε και στον Πλωρίτη.
Όχι, προς Θεού, ότι ο Πλωρίτης από ένας «άθεος» δημιουργός εξελίχτηκε σε έναν «ένθεο» γραφιά. Εννοούμε κυρίως ότι ως συνέχεια μιας καθαρόαιμα προσανατολισμένης σε ένα καλλιτεχνικό ιδεώδες σταδιοδρομίας, να διευρύνεται σε τέτοιο βαθμό ο κύκλος των ενδιαφερόντων του ώστε με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου και για σαράντα χρόνια ως τον θάνατό του, το 2006, να έχουμε μια σχεδόν καθημερινή κατάθεση κειμένων ενός κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού.
Και αν γράφονταν με αφορμή την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα, ουσιαστικά παρέμενε αυτή ένα απλό πρόσχημα ώστε να τη συνειδητοποιούμε σε σχέση με την προοπτική των χρόνων που θα έρχονταν, κατανοώντας ταυτόχρονα τις παρελθοντικές της καταβολές.Χάρη στην οξύνοια του ίδιου του Πλωρίτη αλλά και στην τεκμηρίωση των κειμένων του με γενναία αποσπάσματα ή μάλλον σχολιαστικά παραθέματα διαπρεπών «πολιτικολογούντων» της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού.
Παραμένει πάντως γεγονός, όσον αφορά κυρίως τα κείμενα του Πλωρίτη τα σχετικά με το θέατρο (μελέτες, επιφυλλίδες, άρθρα) ότι το κυριότερο χαρακτηριστικό τους, όπως μάλιστα μεγαλώνει όλο και περισσότερο καθώς περνούν τα χρόνια, είναι η μαγεία που αισθάνεσαι να σε περιβάλλει, διαβάζοντας τα κείμενα αυτά. Ακριβώς γιατί ο άνθρωπος που τα έγραψε, χωρίς ίχνος κρυψίνοιας, σε μπάζει από την πόρτα της κουζίνας στα άδυτα της δημιουργίας και ενώ σου εκθέτει με καθαρότητα τα υλικά που συνθέτουν τα ετοιμαζόμενα φαγητά, ο ίδιος αισθάνεσαι πως έρχεσαι σε επαφή με ένα παρασκεύασμα μυστηριώδους καταβολής. Οπως ακριβώς τη μαγεία που εξέπεμπε όσο ζούσε ο Μάριος Πλωρίτης, ακέραια την αισθανόμαστε να μας συνοδεύει και σήμερα είτε τον θυμόμαστε και τον διαβάζουμε είτε κουβεντιάζουμε για αυτόν είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του.
EUROKINISSI
ΣΕ ΜΠΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ…
της κουζίνας στα άδυτα της δημιουργίας και ενώ σου εκθέτει με καθαρότητα τα υλικά που συνθέτουν τα φαγητά, αισθάνεσαι πως έρχεσαι σε επαφή με ένα παρασκεύασμα μυστηριώδους καταβολής στα σταυροδρόμια του κόσμου», «Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια»), να έχουμε μια ποίηση ακραιφνώς και γνησιότατα υπαρξιακού και προβληματισμένα θρησκευτικού χαρακτήρα, το ίδιο ακριβώς θα παρατηρούσαμε και στον Πλωρίτη.
Οχι, προς Θεού, ότι ο Πλωρίτης από ένας «άθεος» δημιουργός εξελίχτηκε σε έναν «ένθεο» γραφιά. Εννοούμε κυρίως ότι ως συνέχεια μιας καθαρόαιμα προσανατολισμένης σε ένα καλλιτεχνικό ιδεώδες σταδιοδρομίας, να διευρύνεται σε τέτοιο βαθμό ο κύκλος των ενδιαφερόντων του ώστε με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου και για σαράντα χρόνια ως τον θάνατό του, το 2006, να έχουμε μια σχεδόν καθημερινή κατάθεση κειμένων ενός κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού.
Και αν γράφονταν με αφορμή την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα, ουσιαστικά παρέμενε αυτή ένα απλό πρόσχημα ώστε να τη συνειδητοποιούμε σε σχέση με την προοπτική των χρόνων που θα έρχονταν, κατανοώντας ταυτόχρονα τις παρελθοντικές της καταβολές. Χάρη στην οξύνοια του ίδιου του Πλωρίτη αλλά και στην τεκμηρίωση των κειμένων του με γενναία αποσπάσματα ή μάλλον σχολιαστικά παραθέματα διαπρεπών «πολιτικολογούντων» της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού.
Παραμένει πάντως γεγονός, όσον αφορά κυρίως τα κείμενα του Πλωρίτη τα σχετικά με το θέατρο (μελέτες, επιφυλλίδες, άρθρα) ότι το κυριότερο χαρακτηριστικό τους, όπως μάλιστα μεγαλώνει όλο και περισσότερο καθώς περνούν τα χρόνια, είναι η μαγεία που αισθάνεσαι να σε περιβάλλει, διαβάζοντας τα κείμενα αυτά. Ακριβώς γιατί ο άνθρωπος που τα έγραψε, χωρίς ίχνος κρυψίνοιας, σε μπάζει από την πόρτα της κουζίνας στα άδυτα της δημιουργίας και ενώ σου εκθέτει με καθαρότητα τα υλικά που συνθέτουν τα ετοιμαζόμενα φαγητά, ο ίδιος αισθάνεσαι πως έρχεσαι σε επαφή με ένα παρασκεύασμα μυστηριώδους καταβολής.
Όπως ακριβώς τη μαγεία που εξέπεμπε όσο ζούσε ο Μάριος Πλωρίτης, ακέραια την αισθανόμαστε να μας συνοδεύει και σήμερα είτε τον θυμόμαστε και τον διαβάζουμε είτε κουβεντιάζουμε για αυτόν είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του.