Το πετρέλαιο ξαναγράφει τη βρετανική πολιτική
Η Βόρεια Θάλασσα μεταξύ Σκωτίας και Νορβηγίας αποτελεί σημείο αναφοράς στα βρετανικά πολιτικά πράγματα. Οταν άρχισαν να αναβλύζουν τα πρώτα κοιτάσματα πετρελαίου τη δεκαετία του 1970, ο Εργατικός υπουργός Ενέργειας, Τόνι Μπεν, νόμισε πως βρήκε τον νέο εθνικό θησαυρό.
Οι σκωτσέζοι εθνικιστές σήκωσαν την παντιέρα «Το πετρέλαιο ανήκει στη Σκωτία!», ενώ λίγα χρόνια αργότερα η «Σιδηρά Κυρία» χρηματοδότησε με τα κέρδη του «μαύρου» χρυσού μεγάλο μέρος της νεοφιλελεύθερης επανάστασής της. Σήμερα, ο Αντι Μπέρναμ καλείται να αποφασίσει για την τύχη των τελευταίων μεγάλων κοιτασμάτων. Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι για τις μελλοντικές περιβαλλοντικές πολιτικές στην Ευρώπη.
Δύο πεδία εξόρυξης σε ξεχασμένες γωνιές της Σκωτίας έχουν καταστεί σύμβολα. Το Rosebank, στα δυτικά των απομονωμένων νήσων Σέτλαντ, είναι το τελευταίο μεγάλο ανεκμετάλλευτο κοίτασμα πετρελαίου της Βρετανίας, με εκτιμώμενα αποθέματα έως και μισό δισεκατομμύριο βαρέλια, συνολικής αξίας 7 δισεκατομμυρίων λιρών. Το Jackdaw, ανατολικά της πόλης του Αμπερντίν, είναι ένα από τα σημαντικότερα κοιτάσματα φυσικού αερίου της περιοχής. Η εξόρυξη εγκρίθηκε το 2022-2023 από τους Τόρις, αλλά η απόφαση αναιρέθηκε πέρυσι από τη σκωτσέζικη δικαιοσύνη.
Ο Μπέρναμ έχει αφήσει ορθάνοικτο το ενδεχόμενο τελικής έγκρισης των υπαρχουσών αδειών, ενώ παράλληλα δεσμεύεται πως δεν θα εκδώσει νέες άδειες γεωτρήσεων. Το πιο σαφές σήμα ήταν η εξορία του «πράσινου ζηλωτή» υπουργού Μίλιμπαντ, που είχε αποκαλέσει την άδεια του Rosebank «κλιματικό βανδαλισμό», στο… αναπαυτικό υπουργείο Εξωτερικών.
Η πραγματικότητα είναι πως η φιλόδοξη επαναβιομηχανοποίηση της Βρετανίας, που ο νέος πρωθυπουργός έχει θέσει ως κεντρικό του στόχο, περνά μέσα από την ενέργεια. Καμία τέτοια άνθιση της βιομηχανίας δεν είναι δυνατή χωρίς φθηνή και ασφαλή ενέργεια. Μετά τη δεύτερη ενεργειακή κρίση σε τέσσερα έτη, αυτή τη φορά λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή, το επιχείρημα της ενεργειακής ασφάλειας ακούγεται πολύ πιο ελκυστικό απ’ ό,τι πριν.
Η εξόρυξη των υπαρχόντων κοιτασμάτων θα εξασφαλίσει στη χώρα όχι μόνο την ασφάλεια εφοδιασμού και τις περίπου 200.000 θέσεις εργασίας του κλάδου, αλλά και τα απαραίτητα φορολογικά έσοδα. Το πετρέλαιο θα πωληθεί στη διεθνή αγορά, οπότε από μόνο του δεν θα ρίξει τους λογαριασμούς του βρετανού καταναλωτή. Το κέρδος έγκειται αλλού: εμπνέοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών, η Βρετανία θα διαβεβαιώσει τις διεθνείς αγορές πως δεν εγκαταλείπει τη βαριά της βιομηχανία στο όνομα μιας αφηρημένης περιβαλλοντικής «καθαρότητας».
Οι πολιτικές συνέπειες δεν είναι αμελητέες. Στα αριστερά του, ο Μπέρναμ κινδυνεύει να εξοργίσει την πράσινη πτέρυγα των Εργατικών και τους ακτιβιστές. Ο Ζακ Πολάνσκι και οι Πράσινοι θα τρίβουν τα χέρια τους. Στα δεξιά του, οι Συντηρητικοί και ο Φάρατζ ζητούν εδώ και μήνες την κατάργηση του φόρου επί των υπερκερδών πετρελαίου και την έγκριση των δύο πεδίων. Προφανώς θα σπεύσουν να παρουσιάσουν τη στροφή ως πολιτική τους δικαίωση. Το βαθύτερο ερώτημα για τον Μπέρναμ είναι αν θα χάσει την Αριστερά χωρίς να κερδίσει τη Δεξιά.
Oλα αυτά δεν λαμβάνουν χώρα σε ιδεολογικό κενό. Σε ολόκληρη τη Δύση, ο μαξιμαλισμός του «net zero» υποχωρεί εδώ και μερικά χρόνια μπροστά στη γεωπολιτική πραγματικότητα: μετά την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή ασφάλεια έχει ξαναγίνει προτεραιότητα, και οι κυβερνήσεις, από το Βερολίνο ως το Λονδίνο, ανακαλύπτουν ξανά ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Σ’ αυτά ας συνυπολογιστεί και η επανεκλογή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Η Δύση, αν και δεν αρνείται επί της αρχής τη μηδενική εκπομπή ρύπων, επαναδιαπραγματεύεται φανερά τον ρυθμό και το κόστος της μετάβασης.
Το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά ένα από τα πιο πιστά βαρόμετρα της βρετανικής πολιτικής, όταν η εκάστοτε κυβέρνηση καλείται να ξεκαθαρίσει τι πιστεύει για την ισορροπία μεταξύ της οικονομικής ευημερίας, της εθνικής ασφάλειας και του κλίματος. Οπως θα έλεγε ο πρόεδρος Τραμπ, «drill, Mr Burnham, drill»;