Ο κουμπαράς των άγγλων Εργατικών
Δεν πρόλαβε ο Μητσοτάκης να ανακοινώσει τον κουμπαρά για τη νέα γενιά και άρχισε η γνωστή ελληνική άσκηση κοινωνικής ευαισθησίας: «Και πού θα βρει ο φτωχός 100 ευρώ τον μήνα;».
Πουθενά, αν δεν τα έχει. Μπορεί να βάλει 50. Ή 20. Μπορεί πιθανόν να κόψει κάποιο άλλο έξοδο, να προγραμματίσει αλλιώς την ζωή του. Αν και δεν μπορώ να διανοηθώ ότι έχεις παιδί και δεν έχεις τη δυνατότητα να επενδύσεις ένα τόσο μικρό ποσό για το τέκνο σου.
Στην πραγματικότητα, όσοι δεν κατανοούν τη χρησιμότητα του συγκεκριμένου μέτρου απλώς γκρινιάζουν. Κι όσοι επικαλούνται διαιώνιση της ανισότητας, υπονόμευση δηλαδή της κοινωνικής κινητικότητας, κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν πως δεν θα τους πάρει κανείς από το χεράκι για να τους αλλάξει τη ζωή. Το ποτάμι φτιάχνει την κοίτη του, έλεγε μια παλιά παροιμία – κι απλώς, καμιά φορά, η πολιτεία βάζει λίγο κι αυτή το χέρι της.
Η ιδέα δεν είναι καινούργια, μάλιστα ο Πρωθυπουργός είχε εξαγγείλει την προοπτική της από το 2020 – αλλά αντί να προσέχει τι λέει ο αντίπαλός τους, η αντιπολίτευση ψάχνει να βρει πώς θα κάνει θόρυβο. Αλλά και πριν από τον Πρωθυπουργό, ήταν μια ιδέα που κυκλοφορούσε στη δημόσια συζήτηση.
Προσωπικά, την έχω ακούσει διεξοδικά από τον καθηγητή Μάνο Ματσαγγάνη, σήμερα καθηγητή Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου. Σε ένα κείμενό του, από τον Μάιο του 2020, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Οι ιδέες της πανδημίας» αλλά υπάρχει και σήμερα στην ιστοσελίδα της διαΝΕΟσης (με ήτα, δεν μου αρέσει να το γράφω άκλιτο αφού είναι λέξη που χρησιμοποιεί την τυπολογία της ελληνικής), ο Ματσαγγάνης περιγράφει μια πολύ ενδιαφέρουσα εφαρμογή της.
Σε ένα πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο για την ιδέα ενός καθολικού βασικού εισοδήματος προς όλους («Ενα βασικό εισόδημα για όλους: μπορεί να υπάρξει; πρέπει να υπάρξει»), ο Ματσαγγάνης αναφέρεται στα «Child Trust Funds που (από το 2005) εισάγει η βρετανική κυβέρνηση των Νέων Εργατικών, ανοίγοντας έναν προθεσμιακό λογαριασμό για κάθε παιδί και πιστώνοντάς το με ένα ποσό 250 στερλινών (500 για παιδιά από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος)».
Γονείς και παππούδες, σημειώνει ο Ματσαγγάνης, «μπορούν να προσθέτουν στο λογαριασμό, αλλά όχι να αφαιρούν. Το πρόγραμμα έχει απρόσμενη επιτυχία – για πρώτη φορά παιδιά από φτωχότερες οικογένειες “εθίζονται” στην αποταμίευση και συσσωρεύουν μια μικρή περιουσία. Ομως η επόμενη κυβέρνηση Συντηρητικών – Φιλελεύθερων το καταργεί στο όνομα της λιτότητας (2011)». Σε άρθρο του στην εφημερίδα «Guardian», προσθέτει ο Ματσαγγάνης, ο Τζούλιαν Λε Γκραντ – ο οποίος ήταν και σύμβουλος του Τόνι Μπλερ όταν ήταν πρωθυπουργός – «επικρίνει με δριμύτητα την πρόταση των Συντηρητικών να θεσπιστούν εισοδηματικά κριτήρια: “Ο περιορισμός των Child Trust Funds στα φτωχά παιδιά και μόνο θα είναι διχαστικός, και θα έχει ως αποτέλεσμα χαμηλή συμμετοχή και στίγμα. Αντίθετα, ένα καθολικό κληροδότημα είναι σήμα της ιδιότητας του πολίτη”».
Αυτή είναι η ιστορία του καταθετικού λογαριασμού για παιδιά. Στην Αγγλία είναι μέτρο που το λάνσαραν οι Εργατικοί και το σταμάτησαν οι Συντηρητικοί. Το ότι στην Ελλάδα τον κουμπαρά τον εισάγει μια κεντροδεξιά κυβέρνηση και τον πολεμούν με βλακώδη επιχειρήματα ο προοδευτισμός και τα κόμματα που εκφράζονται στο όνομά του λέει πολλά για τον προοδευτισμό – και εξηγεί πιο πολλά για την ελληνική κοινωνία.
Χαίρε, σκότος αμέτρητον
Η Αθήνα είναι τραγική πόλη. Πριν από δυο μέρες, κυκλοφόρησαν στα σόσιαλ μίντια εικόνες που έδειχναν αδιανόητη βρωμιά και απλυσιά στα σκαλιά του Αρχαιολογικού Μουσείου – αυτού που διάφοροι φωνάζουν να μη μεγαλώσει και να μην επεκταθεί για να βλέπουμε από τον δρόμο τη νεοκλασική πρόσοψη. Την πρόσοψη κοίταζαν οι υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων και άφησαν τη βρωμιά ως έκθεση πολιτιστικής ταυτότητας;
Οποιος κυκλοφορεί νύχτα στο κέντρο, εξάλλου, θα έχει παρατηρήσει ότι εδώ και πολλές μέρες η οδός Ακαδημίας δεν φωτίζεται. Κάτι έχει πάθει ο φωτισμός και ο δρόμος είναι θεοσκότεινος – πηγές ελάχιστου φωτός είναι μόνο τα φανάρια στις διαβάσεις και κάποιες βιτρίνες καταστημάτων. Αλλά κατά τα άλλα, μαύρα σκοτάδια. Και δεν είναι κάποιο δρομάκι σε μια γειτονιά, είναι η κεντρικότατη οδός Ακαδημίας.
Θα το γράφω και θα το ξαναγράφω. Αυτό το πράγμα είναι η Αθήνα του δημάρχου Δούκα (φωτογραφία δεξιά).
Ενός πολιτικού που είχε την ευκαιρία να αποδείξει ότι αξίζει την τιμή που αξιώθηκε να βρεθεί επικεφαλής του μεγαλύτερου δήμου της χώρας αλλά, από την πρώτη στιγμή, κάνει ό,τι μπορεί για να επιδείξει την ανυπαρξία του. Τουλάχιστον, οι αθηναίοι ψηφοφόροι θα θυμούνται την περίοδο Δούκα ως παράδειγμα προς αποφυγή.