Ανήκει στα όνειρά του. Όχι στους τυμβωρύχους
«Ημουν φοβικός, ενοχικός, πάντα με ενδιέφερε τι θα πει ο κόσμος, θέλω να με εκτιμάνε, όχι μόνο να με αγαπάνε. Με απασχολεί πάρα πολύ τι πιστεύει ο κόσμος». – Οταν βλέπατε ανθρώπους όλο αυτό το διάστημα να μιλούν για εσάς και να αναλύουν την ζωή σας στην τηλεόραση πώς αισθανόσασταν; «Δεν ήθελα να βλέπω τίποτα, με τρομάζει, θέλω πλέον ησυχία».
Ξαναβλέπω τη συνέντευξη-ποταμό του Γιώργου Μαζωνάκη στον Τάσο Τρύφωνος, την οποία παραχώρησε μόλις πριν από 2 μήνες και αναλογίζομαι, πώς θα ένιωθε αυτός ο άνθρωπος εάν μπορούσε να ακούσει γυρολόγους τηλεοπτικών καναλιών και ραδιοφώνων να μιλούν για το παρελθόν του, να περιγράφουν ξεδιάντροπα την εμπλοκή του με ναρκωτικές ουσίες, να φτάνουν μέχρι το σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνη για την τραγική κατάληξη την επόμενη κιόλας μέρα του θανάτου του. Ευτυχώς, δεν μπορεί να τα δει. Και ίσως, το κοινό, που τόσο τον αγάπησε, να έχει, ακούγοντάς τους, την ίδια αντίδραση με εκείνη που περιέγραψε ο Γιώργος Μαζωνάκης στην ίδια συνέντευξη: «Οταν κάποιος μου έλεγε άνοιξε την τηλεόραση να δεις τι λέει ο τάδε για εσένα, αν κοιμόμουν γυρνούσα πλευρό». Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι κάνουν και οι πολυάριθμοι θαυμαστές του, αφού τα σχόλια που γράφουν ξεχειλίζουν από λατρεία, παρά τα τερατώδη που ακούγονται για εκείνον.
Η αλήθεια είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο μερίδα των ΜΜΕ αντιμετώπισε τον τελευταίο χρόνο τον Γιώργο Μαζωνάκη αποτελεί την προσωποποιημένη αιτία για την οποία τα μέσα ενημέρωσης έχουν περιέλθει σε καθεστώς ανυποληψίας. Ενα αμιγώς ιδιωτικής φύσεως βίωμα, ο ακούσιος εγκλεισμός ενός ανθρώπου σε ψυχιατρική κλινική, αποτέλεσε εμπορικό προϊόν, το οποίο πουλήθηκε ακριβά για μονάδες τηλεθέασης και κλικ. Κάποιοι βρήκαν τον Μαζωνάκη ως την τέλεια αφορμή για να αποκτήσουν ξανά τηλεοπτικό χρόνο και λόγο ύπαρξης στις σκαλέτες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών.
Μερικοί μάλιστα εξ αυτών δεν δίστασαν να εργαλειοποιήσουν τον θάνατό του είτε για να μιλήσουν αντιεπιστημονικά εναντίον των εμβολίων, είτε για να τον κατηγορήσουν, όταν πια εκείνος δεν μπορούσε να απαντήσει, λύνοντας έτσι παλιές διαφορές με τον καλλιτέχνη. Την ίδια στιγμή, δημοσιογράφοι που δεν τον γνώριζαν, μέσω ενός αγοραίου λόγου που καταστρατήγησε κάθε έννοια προσωπικών δεδομένων και ιατρικού απορρήτου, προσπάθησαν να ανεβάσουν τα νούμερα τηλεθέασης. Η μεγάλη δημοφιλία του χρησιμοποιήθηκε ως το τέλειο άλλοθι, ώστε να κατακρεουργηθεί η ιδιωτικότητά του.
Διαβάζοντας τον τελευταίο χρόνο τους τίτλους που συνόδευαν το όνομά του, η λέξη Δρομοκαΐτειο είχε γίνει μόνιμο ακολούθημα. «Τι δήλωσε μετά τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο», «Η πρώτη εμφάνιση μετά το Δρομοκαΐτειο», «Η πρώτη δημόσια εξομολόγηση μετά τον εγκλεισμό στο Δρομοκαΐτειο». Ολα περιστρέφονταν γύρω από τη λέξη που ενεργοποιούσε τον αλγόριθμο του Διαδικτύου, επισκιάζοντας τις δεκαετίες καλλιτεχνικού θριάμβου. Ο ίδιος με παροιμιώδη υπομονή, ανοχή, έμφυτη αξιοπρέπεια και ευγένεια υπέμενε το τίμημα της διασημότητας, προσπαθώντας άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με επιχειρήματα να διαχειριστεί τον μιντιακό κανιβαλισμό. Ισως γιατί ένιωθε την απέραντη αγάπη του κόσμου που ύψωνε μέσα του τείχος προστασίας.
«Την ζωή σας την κάνατε όπως θέλατε μέχρι τώρα;», ήταν η ερώτηση στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο Γιώργος Μαζωνάκης. «Τα πράγματα κύλησαν και κυλούν όπως πρέπει να είναι» είχε απαντήσει, με ένα μειδίαμα που απέπνεε μια αταίριαστη με το μέγεθος της τριακονταετούς καλλιτεχνικής του επιτυχίας συστολή. Τελικά, αξίζει κάτι περισσότερο στην ζωή, από το να κυλάει έτσι ακριβώς όπως θέλεις εσύ να είναι;