Τα τείχη είναι για να πέφτουν
Η ευρωπαϊκή Δεξιά γκρεμίζει τα αναχώματα απέναντι στην Ακροδεξιά και κατόπιν παριστάνει την έκπληκτη μπροστά στην επέλασή της. Με πλήρη επίγνωση, υιοθετεί τη γλώσσα της, νομιμοποιεί τις εμμονές της και την αναβαθμίζει σε κυβερνητικό εταίρο. Οι επαγγελματίες της «μετριοπάθειας», που παρέδιδαν μαθήματα δημοκρατικής ευθύνης στους ψηφοφόρους, αποδεικνύονται πρόθυμοι εργολάβοι της κανονικοποίησής της. Η αντιγραφή της ατζέντας της, δε, επιτρέπει στην Ακροδεξιά να εμφανίζεται δικαιωμένη και να απαιτεί διαρκώς περισσότερα.
Στη Σουηδία, η Κεντροδεξιά μετέτρεψε τους Σουηδούς Δημοκράτες – κόμμα με νεοναζιστικές ρίζες – σε κοινοβουλευτικό στήριγμα της κυβέρνησης. To εκλογικό τους βάρος αρκούσε για να παραμεριστούν οι διακηρυγμένες αρχές, όμως η υποχώρησή τους στο 17,6% δείχνει ότι η άνοδός τους μπορεί να ανακοπεί. Υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική νομιμοποίηση που τους παραχωρήθηκε παραμένει βαρύτατη ευθύνη όσων τους άνοιξαν την πόρτα.
Στη Σαξονία-Ανχαλτ, η Εναλλακτική για τη Γερμανία έφτασε το 43,8%, ενώ το CDU κατέρρευσε στο 17,2%. Ο Φρίντριχ Μερτς δήλωσε σοκαρισμένος, αλλά τον Ιανουάριο του 2025 ο ίδιος είχε επιλέξει να θέσει σε ψηφοφορία πρόταση για το μεταναστευτικό που εγκρίθηκε με τις ψήφους του AfD. Στο Ευρωκοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα του μέλους του CSU, Μάνφρεντ Βέμπερ, σχηματίζει επίσης πλειοψηφίες με την Ακροδεξιά.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση για την επάνοδο του καταδικασμένου νεοναζί Ηλία Κασιδιάρη διεξάγεται σε έδαφος που η κυβέρνηση έχει φροντίσει να λιπάνει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέθεσε υπουργεία σε στελέχη προερχόμενα από την Ακροδεξιά. Ο Θάνος Πλεύρης, που το 2011 περιέγραφε συνθήκες διαβίωσης για μετανάστες μπροστά στις οποίες η κόλαση θα έμοιαζε παράδεισος, ανέλαβε πριν από λίγα χρόνια το υπουργείο Μετανάστευσης. Η ανάθεση αυτή δείχνει πόσο μακριά έχει προχωρήσει η ενσωμάτωση της Ακροδεξιάς στη Νέα Δημοκρατία.
Πού οδηγεί όμως αυτή η διαδρομή; Η πλειονότητα των ψηφοφόρων εξακολουθεί να επιλέγει άλλα κόμματα. Αυτό αφήνει περιθώρια αντίστασης, χωρίς βέβαια να εγγυάται ότι κάθε τέτοια ψήφος εκφράζει συνειδητή αντιφασιστική στάση. Η δημοκρατική πλειοψηφία χρειάζεται πολιτική συγκρότηση και απαντήσεις στην κοινωνική ανασφάλεια, με αξιοπρεπείς μισθούς, προσιτή στέγαση και δημόσιες υπηρεσίες.
Η Ακροδεξιά επενδύει παράλληλα στην εντύπωση ότι εκφράζει ήδη τους πάντες. Στο Χ, οι συντονισμένοι λογαριασμοί που υποδύονται την αυθόρμητη λαϊκή αγανάκτηση και η αλγοριθμική ενίσχυση μπορούν να διογκώνουν την παρουσία της. Ο ψηφιακός θόρυβος αποκτά πραγματική εξουσία, όταν κόμματα και μέσα ενημέρωσης τον αναγορεύουν σε κοινωνικό αίτημα.
Η ανατροπή αυτής της πορείας απαιτεί σύγκρουση με τις πολιτικές που την τροφοδοτούν και με όσους τις βαφτίζουν «ρεαλισμό». Οποιος επικαλείται το «ποτέ ξανά» οφείλει να το υπερασπίζεται, όταν διακυβεύονται έδρες και κυβερνητικές πλειοψηφίες. Το τίμημα αυτής της συναλλαγής το πληρώνουν πρώτα οι στοχοποιημένοι και τελικά η ίδια η δημοκρατία. Τα τείχη πέφτουν ευκολότερα, όταν εκείνοι που ανέλαβαν να τα φυλάνε πρωτοστατούν στην κατεδάφιση.
Ο Γιώργος Σαμαράς είναι επίκουρος καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου