Αλλη μία πρόκληση για την Αριστερά
Πολλά είναι τα διλήμματα που αντιμετωπίζει η Αριστερά στη διαδικασία κατανόησης της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια. Πολλοί, δε, και οι κίνδυνοι στην προσπάθεια αυτή να αντιμετωπίσει τα νέα προβλήματα με εργαλειακό και, εν τέλει, αδιέξοδο τρόπο.
Ενα, και ενδεχομένως το πιο προκλητικό και σύνθετο, από αυτά τα προβλήματα είναι η Ψηφιακή Συνθήκη.
Η Ψηφιακή Συνθήκη συνιστά καθεστώς στη νέα φάση του καπιταλιστικού συστήματος, επειδή ουσιαστικά διαμορφώνει τους κανόνες, τις σχέσεις και την ιδεολογία που συγκροτούν την οργάνωση και τη λειτουργία της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας στις μέρες μας. Η Ψηφιακή Συνθήκη δεν είναι ούτε η ΤΝ ούτε οι υπολογιστές ούτε τα smartphones ούτε οι τεχνολογίες επιτήρησης. Δεν είναι ούτε οι αλγόριθμοι. Είναι όλα μαζί.
Ας δούμε κάτι ιστορικά. Ο 19ος αιώνας είναι μια περίοδος που περικλείει πολλά περισσότερα από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ατμού και του ηλεκτρισμού. Είναι η Βιομηχανική Εποχή, ένας όρος που σηματοδοτεί την κυριαρχία ενός νέου καθεστώτος, το οποίο αναδιατάσσει και αναμορφώνει σχεδόν τα πάντα στην κοινωνία: τα μέσα παραγωγής και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, τον χαρακτήρα της εργασίας, τη ζωή στις πόλεις, τους τρόπους επικοινωνίας των ανθρώπων, τη βασική εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια, την έρευνα. Δημιουργείται μια νέα κοινωνική τάξη, το προλεταριάτο. Και μαζί με αυτά, αναδιαρθρώνονται αξίες, πρακτικές και συνήθειες που είχαν εδραιωθεί στη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών.
Ετσι και σήμερα, η Ψηφιακή Συνθήκη αποτελεί το νέο καθεστώς και συνιστά μία περίοδο που περικλείει πολλά περισσότερα από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ΤΝ. Και αυτό το καθεστώς χαρακτηρίζεται από τους ριζικούς μετασχηματισμούς στα ίδια πεδία με αυτά της Βιομηχανικής Εποχής: στα μέσα της παραγωγής και στο ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, στον χαρακτήρα της εργασίας, στη ζωή στις πόλεις, στους τρόπους επικοινωνίας των ανθρώπων, στη βασική εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στην έρευνα, στη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής κατηγορίας, των πρεκαριούχων, όσων δηλαδή ζουν σε μια απόλυτη εργασιακή ανασφάλεια, και βέβαια στο νέο καθεστώς διαμορφώνονται νέες αξίες, νέες πρακτικές και νέες συνήθειες, που αργά αλλά σταθερά εκτοπίζουν όσες νομίζαμε ότι θα ίσχυαν για πάντα.
Ενα από τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τον δημόσιο λόγο περί ψηφιακότητας είναι η έννοια της «κοινωνίας της γνώσης»· ότι, δηλαδή, κινητήριος μοχλός της προόδου μιας κοινωνίας στις μέρες μας και της ευημερίας της είναι να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που δίνει η γνώση. Υποστηρίζεται πως οι σύγχρονοι θεσμοί και οι υποδομές, η αύξηση της παραγωγικότητας και η υγιής επιχειρηματικότητα εξαρτώνται από την υιοθέτηση διεργασιών «έντασης γνώσης».
Οι θιασώτες, όμως, της άνευ όρων τεχνολογικής προόδου αρνούνται να δεχτούν το ότι η «κοινωνία της γνώσης» δεν είναι γνώρισμα μονάχα της εποχής μας και δεν αποτελεί κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Ιστορικά όλες οι κοινωνίες ήταν «κοινωνίες της γνώσης». Επί εκατοντάδες χρόνια, οι πιο προχωρημένες για την εποχή γνώσεις αξιοποιήθηκαν, ώστε να προφυλαχθούν οι κοινωνίες από τα φυσικά φαινόμενα, να κατασκευάσουν τους ναούς και τα καταλύματά τους, να κατασκευάσουν πλοία και άλλα μεταφορικά μέσα για να ενισχυθεί το εμπόριο, για τις αμυντικές ανάγκες και τις πολεμικές προετοιμασίες και εκστρατείες, και, βεβαίως, για την κυβερνησιμότητα των κοινωνιών.
Οι πιο εξειδικευμένες γνώσεις χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνταξη των λεπτομερών καταλόγων από τους Βαβυλώνιους, οι οποίοι ήταν σε θέση να προβλέψουν ακόμη και τον καιρό, από τους Αιγύπτιους, για την κατασκευή των πηγαδιών στις όχθες του Νείλου, όπου μετρώντας το ύψος του νερού στη διάρκεια των πλημμυρών μπορούσαν να υπολογίσουν πόσο φόρο έπρεπε να πληρώσουν όσοι είχαν ευεργετηθεί από τις πλημμύρες, από τους αλχημιστές του ύστερου Μεσαίωνα, για την παρασκευή και εμπορία φαρμάκων, από τον Γαλιλαίο, για τα μαθήματα που παρέδιδε στους αξιωματικούς του στρατού, και από τους μηχανικούς του 19ου αιώνα, για την κατασκευή των τρένων και των ηλεκτροκίνητων βιομηχανικών μονάδων.
Οσοι άκριτα υποστηρίζουν ότι ειδικά η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζει μια «κοινωνία της γνώσης», δεν εννοούν ότι σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερες γνώσεις, αλλά ότι κάτι ποιοτικά διαφορετικό χαρακτηρίζει την εποχή μας. Αυτό είναι καταφανώς λάθος. Εχει δε ενδιαφέρον, γιατί ένα τέτοιο ιδεολόγημα, που αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης σκέψης, υιοθετήθηκε τόσο άκριτα και από πολλούς στην Αριστερά.