Ο Μαζωνάκης συμβόλισε το εθνικό μας εκκρεμές στην ύστερη μεταπολίτευση
Ο Γιώργος Μαζωνάκης βασανιζόταν, όπως όλοι μας άλλωστε, από σειρά εσωτερικών εκκρεμοτήτων. Στην περίπτωσή του, μάλιστα, το ψυχικό του εκκρεμές συντονίστηκε σε σημαντικό βαθμό με εκείνο μιας ολόκληρης χώρας. Ετσι κάπως μπορούμε να εξηγήσουμε τα ρίγη συγκίνησης που προξένησε η ξαφνική του απώλεια, όχι μόνο στους φανατικούς του λάτρεις, αλλά και σε ανθρώπους που μπορεί και να τον σνόμπαραν. Ο Μαζωνάκης συμβόλισε το εθνικό μας εκκρεμές στην ύστερη μεταπολίτευση.
Βασανιζόταν καταρχάς για το αν οι επιλογές ζωής του ήταν αυθεντικά δικές του ή φορεμένες από το βλέμμα των άλλων. Ανήκε άραγε στον εαυτό του ή στο κοινό του; Το στοχαστικό «Ανήκω σε εμένα» ακουγόταν πιο πολύ ως τραγικό ζητούμενο παρά ως αυτονόητη βεβαιότητα. Πρόλαβε να χτίσει εαυτό ή καθρεπτιζόταν στις προσδοκίες των άλλων; Βίωνε αγχωτικά τον «καημό του ενός», θα έλεγε μάλλον ο προσφάτως εκλιπόντας φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος. Την αγωνία δηλαδή του ατόμου να καλλιεργήσει την αυτοεκτίμησή του.
Η επιλογή μεταξύ «παλιού» και «νέου» φαινόταν ότι τον ταλάνιζε εξίσου. Η επιστροφή στην «παλιά του γειτονιά» τον έκαιγε εσωτερικά. Η πιεστική ανάγκη για επιστροφή στα οικεία, στα γνωστά: «μόνη μας πατρίδα τα παιδικά μας χρόνια». Στην αγκαλιά της ζεστής μας γειτονιάς. Ο εγκλεισμός στη ζώνη ασφαλείας μας, θα λέγαμε σήμερα, εκεί όπου όλα είναι προβλέψιμα. Δεν έλειπε όμως και η αντίθετη διάθεση: «Δεν τελειώσαμε ακόμα, δρόμο έχουμε μπροστά μας αρκετό». Ο «δρόμος» ως αέναη ευκαιρία επανεκκίνησης. «ΜαΖΩ ακόμα» σε «ένα πέλαγος αγάπης ανοικτό».
Υπάρχει και μια οικονομική διάσταση σε αυτόν το νοσταλγικό γυρισμό, ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Είναι οι τύψεις που νιώθουμε επειδή εγκαταλείψαμε την παλιά, φτωχική, αλλά αυθεντική, μας γειτονιά. Οπως ο δημοφιλής τραγουδιστής, έτσι και μια μεγάλη μερίδα συμπολιτών του, «πρόδωσε» την παλιά του γειτονιά για μια πιο κυριλέ. Αντί να χαιρόμαστε ανεπιφύλακτα για την ανοδική κοινωνική μας κινητικότητα, για τη «μεσαιοποίησή» μας, αφηνόμαστε σε ένα «και διηγώντας τα να κλαις». Λες και δεν έπρεπε ποτέ να είχαμε εγκαταλείψει το χωριό μας. Λες και είμαστε υποχρεωμένοι να νιώθουμε βρώμικοι που πιάσαμε την καλή. Επιδείξιμο βεβαίως το νέο μας διαμέρισμα, αλλά και θρήνος για τις χαμένες αλάνες. Είναι ο βαθύς μας αρχαϊσμός και η αριστερορθόδοξη διαπαιδαγώγηση που δεν μας αφήνουν να χαρούμε.
Ολη αυτή η συναισθηματική μας αμφιταλάντευση τραγουδήθηκε αριστοτεχνικά στο Gucci φόρεμα. Στο γύρισμα της τρίτης χιλιετίας, στην πιο εξισωμένη ίσως περίοδο του ελληνισμού, τα αλώνια και τα σαλόνια συναντήθηκαν επί ίσοις όροις στα Μπουρνάζια και τις Μυκόνους. Πλούσιοι και παλικάρια γίνανε μαλλιά κουβάρια, λίκνιζαν τα κορμιά τους δίπλα δίπλα. Οι νεόπλουτοι κατέβαιναν δυτικά για να ζήσουν τον λαϊκό τους μύθο και τα εργατόπαιδα άγγιζαν το νεοπλουτίστικο όνειρο επιδιώκοντας σχέση με μπλαζέ βορειοπροαστίτισσες. Και ενώ «όλοι μαζί τα τρώγαμε», την ίδια ακριβώς στιγμή διαβεβαιώναμε ότι, κατά βάθος, είμαστε λαϊκοί τύποι. Οτι έχουμε αλλοτριωθεί μόνο επιφανειακά και ότι, κατ’ ουσίαν, παραμένουμε γνήσια φτωχαδάκια. Ολο αυτό θυμίζει έντονα το αμίμητο πανούσειο «Θέλω να γίνω σαν Αμερικάνος, μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος». Και μοντέρνοι και παραδοσιακοί, και ηδονιζόμενοι και θρησκευόμενοι, και εμίρηδες και κακομοίρηδες: «όλα μέσα».
Και κάπως έτσι, αντί να χαιρόμαστε με το «φως», φλερτάραμε με τα «σκοτάδια» μας: μια ακόμα τρομακτική ψυχική ταλάντευση. Αντί να τραγουδούμε, μοιρολογούμε. Διασκεδάζουμε κλαίγοντας. Προσπαθούμε να βγούμε στο φως, αλλά μας τραβάνε πίσω τα σκοτεινά μας βαρίδια. Μια υπόγεια εναλλαγή μεταξύ ημικατάθλιψης και υπερδιέγερσης. Δεν είναι μάλλον τυχαίο ότι ο αγαπημένος μας φίλος διέπρεπε τόσο ως ψάλτης όσο και ως αοιδός. Πλοηγούνταν άνετα ανάμεσα στους ναούς της νύχτας και τους ναούς της ημέρας. Μοιρολογούσε και στους δύο.
Σε τελική ανάλυση, ποιος ευθύνεται για όλα αυτά: «ατομική ευθύνη» ή «για όλα φταίνε οι άλλοι»; Συνήθως φταίνε οι «κακοί γονείς», «οι (αχάριστες) γκόμενες, οι πρώην και οι επόμενες» ή, πιο αφηρημένα, η «κακούργα κενωνία», ή, πιο σίγουρα, το «σύστημα», που δεν κατανοεί και τρώει τα «καλά παιδιά». Ωστόσο, διαφαίνονται ρωγμές σε αυτό το βαθύ πιστεύω. Οπως λυτρωτικά λέει ο Βασίλης Γιαννόπουλος, στιχουργός του «Να περνάς», «και φταίω όσο φταις». Ο ισομερισμός των ευθυνών, ίσως και το πρωτεύθυνο, εμφανίζονται φευγαλέα.
Μήπως δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με εκκρεμές όσο με κολλημένη βελόνα; Μάλλον ναι. Αλλά με μια κολλημένη βελόνα που ονειρεύεται έστω την εκτίναξή της. Το εθνικό μας εκκρεμές ποθεί να ξεκολλήσει. Ο Μαζώ λατρεύτηκε ακριβώς για τον εκκρεμικό του χαρακτήρα. Αν «Αγαπώ σημαίνει κάτι που σε φέρνει στο να θες να φτάσεις στην υπερβολή», θα ξαναγαπηθούμε μαζί του πολλές φορές στο μέλλον.
Ο Θανάσης Κουραβέλος είναι συγγραφέας