Ψάχνοντας αντίπαλο
Η αναζήτηση αντιπάλου είναι νομίζω η αγαπημένη ενασχόληση της ελληνικής πολιτικής. Και δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική τάξη της αφιερώνει τη μεγαλύτερη ενέργεια και το περισσότερο σάλιο.
Υποψιάζομαι ότι υπάρχει η κρυφή βεβαιότητα πως αρκεί να επιλέξεις τον σωστό αντίπαλο, τα άλλα θα έλθουν από μόνα τους.
Ενώ αντιθέτως δεν βλέπω να ψάχνει κανείς τον σωστό σύμμαχο και τον ενδεδειγμένο συνεταίρο. Ισως στα μάτια τους θεωρείται επουσιώδες κάτι που στις περισσότερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες αποτελεί την ουσία της πολιτικής διαδικασίας.
Να υποθέσουμε ότι είναι στη φύση του ελληνικού κομματικού συστήματος; Πιθανώς.
Από τη διαμάχη Τρικούπη – Δηλιγιάννη και τη σύγκρουση του Εθνικού Διχασμού, η ελληνική πολιτική είναι ένας διαρκής καβγάς με ελάχιστα διαλείμματα σύμπνοιας.
Μόνο μέσα στον τελευταίο αιώνα η χώρα βίωσε δυο – τρεις εμφυλίους κάθε μορφής. Μικρό το κακό αν αναλογιστεί κανείς ότι η νεότερη Ελλάδα είχε ήδη ζήσει τρεις εμφυλίους το διάστημα 1821-1831 – πριν καν δηλαδή συγκροτηθεί επίσημα σε κράτος!
Τίποτα τελικά δεν είναι τυχαίο. Διότι κάπως έτσι δημιουργήθηκε και η κακόβουλη στερεότυπη εικόνα του Ελληνα που είναι εχθροπαθής, αρχομανής, καβγατζής, μοχθηρός κι ανοικονόμητος.
Οπου υπάρχουν τέσσερις Ελληνες, υπάρχουν δύο πρωθυπουργοί και δύο αρχηγοί της αντιπολίτευσης, έλεγε ο Τσόρτσιλ που είχε χάσει τον λογαριασμό από τις ελληνικές ίντριγκες στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στη συνέχεια ακόμη κι οι ηττημένοι του Εμφυλίου (1946-49) συμπεριφέρονταν σαν νικητές και ζητούσαν τα ρέστα για τις συνέπειες της ήττας τους. Είναι ίσως οι μόνοι ηττημένοι που διεκδικούσαν να ηττηθούν δωρεάν.
Οι νεότεροι ειδικοί μιλούν για ένα «πολωτικό πολιτικό σύστημα» που συχνότερα γεννά έχθρες παρά συνέργειες. Ενα σύστημα του οποίου ο πολωτικός χαρακτήρας είχε με τα χρόνια και τον εκσυγχρονισμό των ηθών λίγο καταλαγιάσει αλλά αναζωπυρώθηκε την περασμένη δεκαετία.
Ολα αυτά, όμως, είναι ιστορία και προϊστορία.
Και φυσικά δεν φταίει η φυλή αν ο Τσίπρας τσακώνεται με τον Ανδρουλάκη, ούτε αν ο Βελόπουλος αραδιάζει παραμύθια κι η Κωνσταντοπούλου πολιτεύεται σε αλλόφρονα κατάσταση.
Στην πραγματικότητα αντίπαλο ψάχνουν όλοι τους. Με τόση ασίγαστη μανία, όμως, που το πιθανότερο είναι ότι θα κάνουν λάθος.
Μιλώντας πριν από τη ΔΕΘ, ο Τσίπρας είπε μια σωστή κουβέντα. Πως το κόμμα του είναι ανταγωνιστής του ΠΑΣΟΚ και όχι αντίπαλος. Το επανέλαβε και στην Κρήτη.
Ποιο είναι το ζήτημα όμως; Πως στη δημοκρατία όλοι είναι αντίπαλοι και ανταγωνιστές ταυτοχρόνως. Αλλά δεν είναι εχθροί.
Και η ίδια η δημοκρατία αποτελεί το μέτρο που εμποδίζει την εύλογη αντιπαλότητα και τον υγιή ανταγωνισμό να εξελιχθούν σε εχθρότητα.
Αν, όμως, παρακάμψουμε το πλαίσιο της δημοκρατίας, τότε ξεπέφτουμε σε ένα υστερικό ξεκατίνιασμα σαν αυτό που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες μεταξύ ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ.
Είναι δυνατόν δύο κόμματα να τσακώνονται αν ο αρχηγός του ενός είναι βλάκας;
Δεν νομίζω, όμως, ότι αυτά συμβαίνουν τυχαία. Είναι το απότοκο ενός γενικότερου εκνευρισμού που προκύπτει… από τι άλλο; Από τη δυσκολία να επικεντρωθούν σε έναν αντίπαλο.
Στην προκειμένη περίπτωση η δυσκολία είναι κοινή.
Θεωρητικά αντίπαλός τους είναι η ΝΔ. Αυτό τουλάχιστον δηλώνουν και οι δύο. Μόνο που δύσκολα μπορούν να οικοδομήσουν μια υγιή και πειστική αντιπαλότητα με ένα κόμμα που έως τώρα προηγείται 15 μονάδες και βάλε. Θα γελάει ο κόσμος.
Πρακτικά αντίπαλοι, λοιπόν, είναι κυρίως οι δύο. Κι αυτό προκύπτει ακόμη και στη μεταξύ τους καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση.
Δεν ξέρω τελικά αν ο Τσίπρας είναι «βουδιστής μοναχός», ούτε αν φιλοδοξεί να γίνει. Ελάχιστη σημασία έχει. Διότι και στα δύο στρατόπεδα έχει επικρατήσει μια αντίληψη «νυν υπέρ πάντων αγών» που δεν αφήνει περιθώρια για πολλές εναλλακτικές αναγνώσεις.
Γιְ’ αυτό, άλλωστε, καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής η όποια σύμπραξη μεταξύ αντιπάλων. Και φυσικά αποδεικνύεται τραγικά ατυχής η προσπάθεια του δημάρχου Αθηνών Χ. Δούκα να παρασύρει το ΠΑΣΟΚ σε έναν συνεταιρισμό με τον βασικό αντίπαλό του.
Δεν ξέρω πώς του ήλθε. Είναι ίσως κατάλοιπο ενός άλλου κόσμου και μιας άλλης εποχής. Ή μάλλον στηρίζεται στην ψευδαίσθηση της απλοϊκής παραδοχής πως «όλοι φίλοι είμαστε».
Ε, λοιπόν, δεν είμαστε. Το ΠΑΣΟΚ προέρχεται από τη «δημοκρατική παράταξη» της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Δηλαδή από την οικογένεια των βενιζελικών πολιτικών δυνάμεων, που κατά τη δεκαετία του 1920 – 1930 υποστήριζαν την αβασίλευτη δημοκρατία και στον Εμφύλιο συντάχτηκαν με την καθεστωτική Δεξιά.
Οι βασικές συντεταγμένες, όμως, της δημοκρατικής παράταξης παρέμειναν αναλλοίωτες μέσα στον χρόνο.
Η ΕΛΑΣ από την άλλη είναι μια ιδιότυπη και ιδιόμορφη Αριστερά απροσδιόριστης ιστορικότητας, αλλοπρόσαλλης πολιτικότητας και συγκεχυμένου προσανατολισμού. Η οποία περιφέρθηκε επί δεκαετίες από την ασφυκτική αγκαλιά της Σοβιετικής Ενωσης έως το κίνημα της Γένοβας, για να καταλήξει στον «αντιμνημονιακό αγώνα» και στη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τον Καμμένο.
Τι το κοινό έχουν λοιπόν; Ποια κοινή ιδεολογία ή πολιτική κουλτούρα μπορεί να τους συνενώσει; Μυστήριο.
Εχουμε συχνά σημειώσει πως η «Κεντροαριστερά» δεν είναι ένα απλό συνονθύλευμα κεντρώων και αριστερών. Είναι η Αριστερά του Κέντρου. Μια παράταξη δηλαδή με συγκεκριμένη ιστορία, ιδεολογία και πολιτική ταυτότητα.
Και η οποία φυσικά δεν απαρτίζεται από διάφορους κεντρώους που υποδύονται τους σοσιαλιστές και μιλούν σαν αριστεροί. Αλλά από ανθρώπους φιλελεύθερων αντιλήψεων, κοινωνικής υπευθυνότητας και με μια φιλοδοξία διακυβέρνησης της χώρας.
Πάνω από όλα, όμως, το Κέντρο (και φυσικά η Κεντροαριστερά…) είναι μια άσκηση νοοτροπίας.
Νοοτροπία μετριοπάθειας, ευπρέπειας και συγκράτησης. Που σε καμία περίπτωση δεν σου επιτρέπει να χαρακτηρίζεις βλάκα τον αντίπαλό σου.