Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τα δεδομένα για την ασφάλιση φυσικών καταστροφών
Για την ασφαλιστική αγορά, ο κίνδυνος δεν είναι μια σταθερή έννοια. Υπολογίζεται με βάση δεδομένα, πιθανότητες και μοντέλα που προσπαθούν να αποτυπώσουν τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Όταν, όμως, το ίδιο το περιβάλλον στο οποίο βασίζονται αυτές οι εκτιμήσεις μεταβάλλεται, αλλάζει αναπόφευκτα και ο τρόπος με τον οποίο αξιολογείται ο κίνδυνος.
Αυτό είναι ένα από τα ζητήματα που βρίσκονται πλέον όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ασφαλιστικής αγοράς. Η συχνότητα και η ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων μεταβάλλονται, ενώ οι οικονομικές απώλειες που συνδέονται με αυτά παρουσιάζουν μακροπρόθεσμα ανοδική τάση. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος υπολογίζει ότι τα καιρικά και κλιματικά ακραία φαινόμενα προκάλεσαν απώλειες ύψους 822 δισ. ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση την περίοδο 1980-2024. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι περισσότερα από 208 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου, καταγράφηκαν μόνο την τετραετία 2021-2024.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς πώς θα αντιμετωπιστούν οι επόμενες καταστροφές. Είναι και πώς μπορεί να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ένας κίνδυνος που αλλάζει.
Όταν το παρελθόν δεν αρκεί για να προβλέψει το μέλλον
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία των πρόσφατων αναλύσεων της EIOPA είναι ότι τα ιστορικά δεδομένα δεν αποτελούν πλέον από μόνα τους επαρκή οδηγό για την εκτίμηση των μελλοντικών απωλειών. Η ευρωπαϊκή εποπτική αρχή επισημαίνει ότι καθένα από τα τέσσερα τελευταία χρόνια βρίσκεται μέσα στα πέντε με τις υψηλότερες οικονομικές απώλειες από καιρικά και κλιματικά ακραία φαινόμενα από το 1980 και μετά. Τα στοιχεία της EEA δείχνουν την ίδια τάση από μια διαφορετική πλευρά. Ο μέσος ετήσιος οικονομικός αντίκτυπος των ακραίων φαινομένων στην ΕΕ ήταν περίπου 8,6 δισ. ευρώ τη δεκαετία 1980-1989, 19,7 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2019 και 44,9 δισ. ευρώ την περίοδο 2020-2024. Η υπηρεσία υπολογίζει, μάλιστα, αύξηση 54% στη μακροπρόθεσμη τάση των οικονομικών απωλειών μεταξύ 2009 και 2024.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χρονιά θα είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Η ίδια η EEA επισημαίνει τη μεγάλη μεταβλητότητα από χρονιά σε χρονιά. Σημαίνει, όμως, ότι η ασφαλιστική αγορά καλείται να δουλέψει με ένα περιβάλλον στο οποίο οι ιστορικές συχνότητες και οι προηγούμενες ζημιές δεν αρκούν για να περιγράψουν ολόκληρη την εικόνα. Γι’ αυτό και η EIOPA προχώρησε το 2025 σε επανεκτίμηση του τρόπου με τον οποίο αποτυπώνονται οι κίνδυνοι από φυσικές καταστροφές στο ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο. Πρότεινε νέους παράγοντες κινδύνου για πλημμύρες, χαλαζόπτωση, σεισμό, ανεμοθύελλα και καθίζηση, αξιοποιώντας νεότερα επιστημονικά δεδομένα, πρόσφατα κλιματικά στοιχεία και εξελιγμένα μοντέλα κινδύνου.
Από το «πόσο πιθανό είναι» στο «πώς αλλάζει ο κίνδυνος»
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τα μοντέλα. Αφορά σταδιακά ολόκληρη την προσέγγιση γύρω από την ασφαλιστική κάλυψη φυσικών καταστροφών. Η EIOPA έχει δημιουργήσει ευρωπαϊκό dashboard για το insurance protection gap, συνδυάζοντας στοιχεία για τις οικονομικές και ασφαλισμένες απώλειες, τις εκτιμήσεις κινδύνου και την ασφαλιστική κάλυψη σε 30 ευρωπαϊκές χώρες. Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει ιστορικά στοιχεία από το 1980 έως το 2024, αλλά και μοντελοποιημένες εκτιμήσεις για την τρέχουσα εικόνα.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η συζήτηση μετακινείται από την αποζημίωση μετά το γεγονός προς την καλύτερη κατανόηση και διαχείριση του κινδύνου πριν αυτό συμβεί. Η EIOPA εξετάζει την ασφαλιστική κάλυψη σε συνδυασμό με τις οικονομικές απώλειες και τις εκτιμήσεις κινδύνου, ώστε να αποτυπώνεται καλύτερα το μέγεθος του protection gap. Παράλληλα, η ασφάλιση συνδέεται όλο και περισσότερο με την πρόληψη και την προσαρμογή. Η EIOPA έχει επισημάνει την ανάγκη να εξεταστεί πώς μέτρα προσαρμογής μπορούν να ενισχύσουν την κλιματική ανθεκτικότητα και τον ρόλο της ασφάλισης μέσα σε αυτήν.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην πιο ενδιαφέρουσα πλευρά αυτής της αλλαγής
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Τα στοιχεία της EIOPA καταγράφουν υψηλό κενό ασφαλιστικής προστασίας για φυσικές καταστροφές, με τη χώρα να βρίσκεται μεταξύ εκείνων με υψηλό συνολικό current protection gap score. Η εικόνα είναι ιδιαίτερα έντονη για σεισμούς και δασικές πυρκαγιές. Σε νεότερη ανάλυσή της, η EIOPA σημειώνει ότι στην Ελλάδα λιγότερο από περίπου 5% των απωλειών από όλες τις φυσικές καταστροφές ήταν ασφαλισμένο κατά την ιστορική περίοδο που εξετάζει το dashboard, από το 1980 και μετά. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το κενό είναι ιδιαίτερα μεγάλο για σεισμούς και δασικές πυρκαγιές.
Και εδώ βρίσκεται το πιο ουσιαστικό σημείο της συζήτησης: η μεταβολή του κλίματος δεν αφορά μόνο την ασφαλιστική αγορά. Αφορά την οικονομική ανθεκτικότητα συνολικά. Η ΕΚΤ και η EIOPA έχουν επισημάνει ότι περίπου το ένα τέταρτο των απωλειών από φυσικές καταστροφές στην ΕΕ ήταν ασφαλισμένο τις τελευταίες δεκαετίες. Το υπόλοιπο μεταφέρεται αλλού: στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που υφίστανται τις ζημιές, αλλά και στα δημόσια οικονομικά όταν απαιτείται κρατική στήριξη και αποκατάσταση.
Μια μελέτη της ΕΚΤ που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, με βάση αρκετές χιλιάδες καταστροφικά γεγονότα σε 47 ανεπτυγμένες και μεσαίου εισοδήματος οικονομίες για την περίοδο 1996-2019, καταλήγει σε ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα: υψηλότερη ασφαλιστική κάλυψη συνδέεται με ηπιότερες μακροοικονομικές επιπτώσεις μετά από μια καταστροφή. Έτσι, η ασφάλιση αρχίζει να αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως μέρος της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και όχι μόνο ως μηχανισμός αποζημίωσης εκ των υστέρων. Και μαζί της μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήσεις, νοικοκυριά, κράτος και ασφαλιστική αγορά βλέπουν τον φυσικό κίνδυνο: όχι ως ένα σταθερό δεδομένο, αλλά ως μια παράμετρο που χρειάζεται διαρκή επανεκτίμηση.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι μπορεί να προβλεφθεί κάθε επόμενη καταστροφή. Σημαίνει ότι η αξιολόγηση του κινδύνου χρειάζεται περισσότερα και διαφορετικά δεδομένα, πιο εξελιγμένα μοντέλα και μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη. Σε ένα κλίμα που μεταβάλλεται, άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι να ασφαλιστεί το παρελθόν. Είναι να κατανοηθεί καλύτερα το ρίσκο του αύριο.