Εκείνη τη νύχτα
Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες που δεν χρειάζεται να ανατρέξεις σε αυτές. Έρχονται και σε βρίσκουν εκείνες. Μία από αυτές είναι και η χθεσινή. Η μέρα που, πριν από 13 χρόνια, δολοφονήθηκε στο Κερατσίνι ο Παύλος Φύσσας. Η μέρα δηλαδή που ό,τι μέχρι τότε μας περιτριγύριζε – αν όχι βουβό, τουλάχιστον άναρθρο – ό,τι θεωρούσαμε «φαινόμενο των καιρών», σύμπτωμα της οικονομικής και κοινωνικής ασφυξίας που είχε προκαλέσει η κρίση, ό,τι σερνόταν ως απειλή και ως ρητορική μίσους, έγινε πράξη. Αποκάλυψε την οργανωμένη και με συγκεκριμένους στόχους παράταξη που υπήρχε πίσω από κάτι τύπους με ξυρισμένα κεφάλια και μαύρα μπλουζάκια που βοηθούσαν τους ηλικιωμένους να περάσουν απέναντι στον δρόμο και να σηκώσουν χρήματα από το ΑΤΜ.
Αυτή που δολοφονούσε εν ψυχρώ, πέρα ακόμη και από τους κανόνες των νονών της νύχτας. Σκότωνε έτσι, για τον τσαμπουκά.
Από τότε συνέβησαν πολλά. Ο Παύλος Φύσσας έγινε το σύμβολο μιας εποχής, η προσωποποίηση του αγώνα ενάντια στον φασισμό. Τα «κεφάλια» της Χρυσής Αυγής καταδικάστηκαν με εκείνη την ιστορική απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2020, ενώ πλήθος κόσμου είχε κατακλύσει τους δρόμους γύρω από τα δικαστήρια και ζητωκραύγαζε μόλις ακούστηκε η απόφαση. Οι προκλητικές δηλώσεις, τα φτυσίματα στους δημοσιογράφους, τα χαστούκια, οι βρισιές των φασιστών και οι απροκάλυπτες απειλές κατά πάντων δεν στοίχειωναν πλέον τις οθόνες μας. Θεωρήσαμε ότι ο εφιάλτης πέρασε· ότι νίκησε η Δημοκρατία· ότι η μνήμη του Παύλου δικαιώθηκε· ότι ακόμη κι αν δεν γαλήνεψε, τουλάχιστον βρήκε κάποια παρηγοριά η ψυχούλα της Μάγδας Φύσσα. Ολα αυτά βέβαια, στην «επικράτεια» του συμβολισμού.
Επί της ουσίας όμως τι άλλαξε από εκείνη τη νύχτα έως σήμερα; Ναι, «Ο Παύλος ζει», κυρίως επειδή η μάνα του δεν άφησε να γίνει μια υποσημείωση της Ιστορίας, κι έτσι τον διέσωσε στη συλλογική μας μνήμη. Οι άνθρωποι που υποστήριξαν το κόμμα των «εγέρθητου» όμως, ώστε να περάσει την πόρτα του ελληνικού Κοινοβουλίου, ή που έστω το ανέχθηκαν τι απέγιναν; Διότι δεν είναι δυνατόν να εξαερώθηκαν· ίσως ούτε καν να «συνήλθαν» πολιτικά. Προφανώς βρήκαν καινούργια κεραμίδια, για να στεγάσουν το διάτρητο αφήγημά τους. Ή άφησαν το αβγό του φιδιού να επωάζεται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, στο ψυγείο, δίπλα στο βούτυρο. Και συνέχισαν να εφαρμόζουν τη νοοτροπία τους στην οικογένειά τους, στο κοινωνικό και επαγγελματικό τους περιβάλλον.
Διότι ο φασισμός δεν είναι, ούτε πολιτική ούτε ιδεολογία. Είναι νοοτροπία. Νοοτροπία στοχοποίησης του εκάστοτε «άλλου» με όρους συμμορίας. Και αυτό που με ανησυχεί περισσότερο, όταν βλέπω παιδιά που γεννήθηκαν τη χρονιά της δολοφονίας του Φύσσα, όχι μόνο να ξυλοκοπούν αλλά και να βιντεοσκοπούν το «κατόρθωμά» τους, είναι το ότι δείχνουν ξεκάθαρα την ανάγκη ένταξής τους σε μια συμμορία. Ακόμη και σε αυτές τις ηλικίες.
Πριν από λίγες μέρες, παραμονές της χθεσινής επετείου, ο Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε. Με τις κάμερες να τον περιμένουν – διαβάσαμε ακόμη και τη σημειολογία της μπλούζας που φορούσε· και ο ίδιος να δηλώνει παρών στους θαυμαστές του. Εντάξει, η νομική ποινή στον σύγχρονο πολιτισμό έχει ένα τέλος. Η μνήμη όμως όχι. Γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να τιμούμε τη μνήμη του Φύσσα. Διότι οι νεκροί μας υποχρεώνουν να θυμόμαστε.